Βιβλίο | Πρόσωπα

Ο μοναδικός κύριος Μάνος 24 Ιουλίου 2018

Ένας πνευματικός άνθρωπος, ένας ποιητής με καρδιά λαϊκή που μπόρεσε να κρατήσει τις αποστάσεις του από όλα τα «πηγαδάκια», τις μόδες, τα κλισέ ή τους τίτλους που του απέδιδαν.

Ένα καλό που έχει το επάγγελμα μας είναι ότι σου δίνεται η ευκαιρία να γνωρίσεις ανθρώπους λίγο πιο κοντά. Να τους δεις ενδεχομένως μέσα στον χώρο που ζουν, που γράφουν ή να καθίσεις κι ένα βράδυ μαζί τους και να πεις και πέντε κουβέντες παραπάνω - και καμιά φορά είναι αυτές ακριβώς οι στιγμές, μια χειρονομία, ένα σχόλιο, ένα... λοξό βλέμμα που κάνουν την διαφορά.

Ο κύριος Μάνος ήταν ο ορισμός του «λοξού βλέμματος»- κατά τη γνώμη μου βέβαια. Ο άνθρωπος που ενώ, όσο περνούσαν τα χρόνια, ένιωθες ότι του άρεσε- όπως και σε όλο τον κόσμο - η καταξίωση και οι τιμές που του απέδιδαν (πάντα «παρών» σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, δρώμενα, κλπ ) ουδέποτε σου έδινε την εντύπωση του φτασμένου που πέτυχε αυτό που ήθελε και τώρα κάθεται αναπαυτικά πάνω στις δάφνες του και απολαμβάνει. Μάλλον το αντίθετο θα έλεγα. Το ανικανοποίητο ήταν ένα στοιχείο της αιώνιας νεότητάς του. Και της θαυμαστής (και ώρες ώρες ακατανόητης για μένα) ταπεινότητας του. Μια πολύπλοκη και αβόλευτη ψυχή που αντί η φήμη (η επιτυχία, τα βραβεία) να του χρυσώσουν το χάπι και να τον πείσουν, τόσο τον απομάκρυναν από κάθε είδους βεβαιότητα – και κυρίως εκείνη που σε κάνει ευάλωτο στην κολακεία.

Είναι ίδιον τελικά των πραγματικά «μεγάλων» αυτή η αιώνια αμφιβολία. Αυτό το σαράκι του «όσα κι αν πέτυχα γράφοντας, ποτέ δε θα φτάσω να εκφράσω αυτό που θέλω να πω ακριβώς». Μου έλεγε θυμάμαι (σε μια παλιά συνέντευξη του το 2005 όπου μιλούσαμε για τους στίχους του) «Παρότι αγαπώ την απλότητα, εγώ ήμουν λιγάκι στριμμένος. Δύσκαμπτος. Ας πούμε, θαυμάζω κάτι αριστουργήματα σαν το “Ταξείδια για την Τζαμάικα” του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Ή το Συννεφιασμένη Κυριακή του Τσιτσάνη. Συννεφιασμένη Κυριακή/είσαι σαν την καρδιά μου. Τι πιο ωραίο. Και τόσο απλό!».
Και λίγο παρακάτω (στην ίδια συνέντευξη)... «Με κόπο έγραφα πάντα .. Να φανταστείτε έχω γράψει καμιά 350 τραγούδια- που έχουν κυκλοφορήσει εννοώ- και ζήτημα είναι αν είναι 20 τα καλά. Ποτέ δεν μπορούσα να γράψω απλά».

Την τελευταία φορά που τον είδα από κοντά ήταν το καλοκαίρι του 2016 σε μια συνέντευξη (για το tospirto.net) που κάναμε με αφορμή μια συναυλία/αφιέρωμα που οργάνωσε ο ραδιοφωνικός σταθμός 9.84 για τα 50 του χρόνια στο τραγούδι. Ήταν σε καλή διάθεση, αν και ανήσυχος (όπως όλος ο κόσμος) με την πολιτική κατάσταση και την κρίση που όλο και βάθαινε και όλο έκανε τις άλλοτε αυτονόητες ανέσεις μας να πάνε περίπατο. Όμως ο κύριος Μάνος παρά τα 78 του χρόνια και την επιβαρυμένη του υγεία, όχι μόνο έγραφε διαρκώς (τότε μόλις είχε τελειώσει την τελευταία του νουβέλα «Φαρμακεία εκστρατείας»), όχι μόνο επικοινωνούσε με νεώτερους τραγουδοποιούς και τους έδινε στίχους (ο τελευταίος που γνωρίζω είναι η «Βάρκα στο σπίτι» που έδωσε στον Λεωνίδα Μαριδάκη), αλλά ασχολείτο σταθερά με την μεγάλη του… τρέλα που ήταν οι δημοπρασίες κι οι συλλογές- φωτογραφίες, χειρόγραφα, μελανοδοχεία, βιβλία κλπ. Αυτός ήταν άλλωστε κι ένας λόγος, όπως μου εξήγησε, που την εποχή που έβγαιναν χρήματα από το τραγούδι, κυρίως την δεκαετία 75-85 δεν κατάφερε να αγοράσει ένα δικό του διαμέρισμα. «Λύσσα» μου είχε τότε. Λύσσα να συλλέγει πράγματα από το παρελθόν – και μετά να τα δωρίζει. Σε βιβλιοθήκες, συλλόγους, σχολεία. «Είναι η χαρά του να σώσεις κάτι από την αφάνεια ή από την καταστροφή. Σώζεις κάτι από την ομορφιά του κόσμου», μου είχε πει -και θυμάμαι το κλικ που έκανα τότε και πήγα σε μια παλιότερη κουβέντα μας, όταν μου έλεγε για την έρευνα που έκανε σε αρχεία και ντοκουμέντα προκειμένου να φέρει στο φως την Σύρο των αρχών του 20ουαιώνα στο μυθιστόρημα του «Ο καιρός των Χρυσανθέμων».

Ποιο είναι το μυστικό για την αιώνια νεότητα κύριε Μάνο ήταν η ερώτηση που μου ερχόταν στο νου τακτικά, αλλά ποτέ δεν έκανα. Ίσως γιατί ήξερα τι περίπου θα απαντούσε. «Νέος εγώ; θα έλεγε. Με τόσα αστροπελέκια, νοσοκομεία, γιατρούς κλπ κλπ. Ο Θεός να βάλει το χέρι του».

Αλλά ο αιωνίως σκυφτός κύριος Μάνος –πάντα σε μια σταθερή ηλικία τον θυμάμαι εγώ - είχε και αυτή την αντίφαση (όπως και πολλές άλλες). Ενώ το κορμί, το περπάτημα, το στιλ παρέπεμπαν σε γηραιές, σεβάσμιες μορφές, το χιούμορ του, ο αυτοσαρκασμός του, η οξύνοια του και ο καθόλα δικός του τρόπος να λέει, αλλά και να υπάρχει μέσα στα πράγματα εξάλειφαν κατευθείαν κάθε υποψία γήρατος. Ή παραίτησης. Μοναχικός και ταυτόχρονα μέσα στο παιχνίδι της ζωής, λαϊκός, αλλά με την ευαισθησία και την καλαισθησία μιας αστικής καταγωγής (μην ξεχνάμε ότι έζησε στην Σύρο μέχρι τα ‘14 του) έφερε στο ελληνικό τραγούδι μια μοναδική αύρα, που όμως δεν μπαίνει εύκολα σε περίγραμμα. Ουσιαστικά δεν το αναγνωρίζεις εύκολα. Δεν έχει ένα στιλ ή άμεσα αναγνωρίσιμο ύφος. Ούτε νιώθεις ότι είναι ο ίδιος άνθρωπος πάντα. Από τον Άγιο Φεβρουάριο του Μούτση και το Παλληκάρι έχει καημό του Θεοδωράκη μέχρι την «Εκδρομή» του Θανάση Γκαϊφύλλια ή το εξαιρετικό «Ο Άμλετ της Σελήνης» του Μικρούτσικου (ή το πιο πρόσφατο «Γεύμα με τον Φραντς Κάφκα» στο «Μια τρύπα στον καιρό κύριε Μάνο» του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα 2014) δεν βρίσκεις εύκολα το κοινό νήμα – άλλωστε ο ίδιος μοιάζει μα μην το πολυσκέφτηκε ποτέ αυτό. Ούτε το τι θα σήμαινε να έχει την υπογραφή του ένας δίσκος του Βασίλη Τερλέγκα, του Ψινάκη ή της Πέγκυ Ζήνα. Σχετικά Έγραφε σε ένα σημείωμα του που υπάρχει στον δίσκο εκείνο (της Ζήνα):

“Η καραμέλα λοιπόν δίχως ζάχαρη που πιπιλίζεται τα τελευταία χρόνια σε απύλωτα στόματα είναι η μοιραία λέξη «έντεχνος» (συνθέτης ή τραγουδιστής) και φυσικά «έντεχνο» τραγούδι. Το τι ακριβώς σημαίνει κάτι τέτοιο ο καθένας έχει τη δική του πρόταση, δικαιολογία, απολογία και ερμηνεία. Με λίγα λόγια, για πολλούς «ειδικούς» δεν συγχωρείται ένας επώνυμος τραγουδιστής αν δεν ξυπνάει το πρωί με Όρθρο και δεν τραγουδάει μελοποιημένους στίχους του Σεφέρη ή δεν τελειώνει τη μέρα του γονυκλινής, τραγουδώντας στίχους του Ελύτη”.

Και λίγο πιο κάτω: «Τελικά ποιος μοιράζει τίτλους και παράσημα σ' αυτόν τον τόπο; Και παράσημα από ποια νίκη κι από ποια μάχη; Με ποια αρματωσιά και σταδιοδρομία, με ποιο ήθος και κυρίως με ποιο ΕΡΓΟ αποφασίζει να εξοστρακίσει (πάντα το θέμα μου είναι και η Ζήνα) έναν τραγουδιστή μόνο και μόνο επειδή δεν τραγουδά τα τραγούδια της αρεσκείας του ή των φίλων του; Κάτι που μένει στον αέρα στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, είναι η παλαιά υστερική και λυσσαλέα επίθεση εναντίον του λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού από τους συνθέτες και τραγουδιστές του λεγόμενου ελαφρού τραγουδιού. Δεν υπήρξε βρωμερό επίθετο που να μην γράφτηκε. Οι “ελαφροί” ούτε λίγα ούτε πολύ έφθασαν να ζητούν, καλυμμένα βέβαια, ακόμα και το θάνατο, τον εξ' ασιτίας θάνατο των λαϊκών. Υπάρχουν τα κείμενα!»

 Αυτός ήταν λοιπόν ο κύριος Μάνος. Ένας πνευματικός άνθρωπος, ένας ποιητής με καρδιά λαϊκή που μπόρεσε να κρατήσει τις αποστάσεις του από όλα τα «πηγαδάκια», τις μόδες, τα κλισέ ή τους τίτλους που του απέδιδαν. Που μπόρεσε να αμφιβάλει κα να προσπαθεί μέχρι το τέλος. Ένας μοναχικός περιπατητής που έφτασε ως το φινάλε όρθιος και παραγωγικός (τελευταία του δημόσια εμφάνιση τον Μάιο στην παράσταση του Νίκου Ξυδάκη «Rue Lepsius» στην Μικρή Λυρική Σκηνή του ΚΠΣΝ, όπου είχε τον ρόλο του αφηγητή) αφήνοντας μας ένα μεγάλο όγκο «δουλειάς» προς μελέτη. Και προσοχή εδώ. Δεν εννοώ μόνο το έργο του. Ισως για αυτό είμαι πραγματικά ευγνώμων που είχα την ευκαιρία να ανταλλάξουμε και δυο κουβέντες από πιο κοντά. Ο κύριος Μάνος με το κασκετάκι του, το χιούμορ του, το κουτάκι με τα φάρμακα (για την πίεση;) πάντα δίπλα του. Eίμαι σίγουρη ότι ακόμη κι εκείνοι που τον έζησαν πιο κοντά από εμένα, ναι μεν θα έχουν καταλάβει κάτι παραπάνω, αλλά το "βαρύ πυροβολικό" πάντα θα τους ξεφεύγει.

Χάρη Ποντίδα

Περισσότερα "Πρόσωπα"
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΠΡΟΣΩΠΑ" Main_dsc01333 Η ανέφικτη (;) ευτυχία της σύγχρονης γυναίκας Η Κατερίνα Μανανεδάκη μιλά στο www.tospirto.net Main_slider Ο «Χάρτινος έρωτας» της Ζοέλ Λοπινό Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Main_slider Ο Γιάννης Σκαραγκάς και η «λαχτάρα που περίσσεψε από χτες...» «Η ηρωίδα της ιστορίας πεισμώνει μέσα σε έναν αντρικό κόσμο». Main_slider Η Παναγιώτα Παρασκευοπούλου και η «Ζωή της, τη δεύτερη φορά» Η συγγραφέας μιλά στο www.tospirto.net Main_slider Συνέντευξη: Ο Δημήτρης Σωτάκης, ένας Ρουμάνος και ένας... Κανίβαλος «Η ανθρωποφαγία στο κείμενο είναι απλώς ένα παιχνίδι, δεν προκύπτει τίποτα σκοτεινό ή μακάβριο από την ανάγνωσή του, πρόκειται για μια ιστορία με κύριο άξονα το κυνήγι της ευτυχίας».
#load_content_with_ajax