ΤΕΤΑΡΤΗ 20 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2017
Βιβλίο | Πρόσωπα

Ο Βασίλης Αλεξάκης στο www.tospirto.net 13 Ιουλίου 2017

«Αποφεύγω να κοιτάζω τον εαυτό μου. Έχω γεράσει, έχω τα χάλια μου. Αφήστε που είμαι συνήθως αξύριστος και βαριέμαι να ξυριστώ».

Ζει στη Γαλλία, ζει και στην Ελλάδα. Αφήνοντας τη φαντασία του ελεύθερη γράφει και φτιάχνει κόσμους που έχουν ωραίες ιστορίες. Ο Βασίλης Αλεξάκης είναι ένας σημαντικός συγγραφέας. Το έργο του έχει ξεπεράσει σε πωλήσεις τις διακόσιες χιλιάδες αντίτυπα. Στην Ελλάδα έχει κερδίσει το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (2004) για τις «Ξένες λέξεις», ενώ στη Γαλλία το Βραβείο Médicis για τη «Μητρική γλώσσα», (1995).

Το 2007 πήρε και το Μεγάλο Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας για το «μ.Χ». Έχει βάλει την υπογραφή του στην εφημερίδα «Le Monde», έχει ασχοληθεί με τον κινηματογράφο (H ταινία του «Οι Αθηναίοι» κέρδισε το Α΄ βραβείο στο διεθνές φεστιβάλ κωμωδίας του Σανρούς το 1990) και το θέατρο (Εγώ δεν…, Μη με λες Φωφώ). Τον Μάρτιο του 2017 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας από το Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το να μιλάς μαζί του  είναι λες και έχεις να κάνεις με μία ολόκληρη εποχή. Να παίρνεις βαθιές ανάσες και να ακούς για αποδράσεις, μεγάλα ταξίδια, σχέσεις και συναντήσεις. Με μία ισορροπία ανάμεσα στο λόγο και την ψυχή... Όπως και στα βιβλία του.

Η ζωή σε μία υπόγεια γκαρσονιέρα στο Κολωνάκι…
Έφυγα πολύ νεαρός από την Αθήνα και ενώ υπήρχε το σπίτι των γονιών μου στη Νέα Φιλαδέλφεια, την ίδια στιγμή ο πατέρας μου επέμενε να πάρω ένα δικό μου. Δεν ήμουν πεπεισμένος ότι υπήρχε ανάγκη για κάτι τέτοιο. Τελικώς –μετά από 30 χρόνια- ο πατέρας είχε δίκιο. Η σχέση μου με την Αθήνα άλλαξε εξαιτίας αυτού του σπιτιού.  Άλλο πράγμα να είσαι περαστικός και άλλο να νιώθεις ότι «εδώ μένεις», τα πράγματα γίνονται πιο σοβαρά. Στα βιβλία μου υπάρχουν πολλές αναφορές και σε αυτό το σπίτι αλλά και στη γκαρσονιέρα που έχω στο Παρίσι. Αυτό βάζει πολλούς στη διαδικασία να πουν ότι αυτά που γράφω είναι αυτοβιογραφικά. Δεν είναι.

Τι είναι;
Είναι μυθιστορήματα, κατασκευές ιστοριών. Γράφω ό,τι θέλω, αισθάνομαι ελεύθερος, φτιάχνω τα πρόσωπα, κάνω, δείχνω. Φυσικά χρησιμοποιώ πραγματικά στοιχεία αλλά τελικώς τι είναι πραγματικό και τι φανταστικό δύσκολα μπορεί κάποιος να το ξεχωρίσει. Αυτή την κουβέντα περί αυτοβιογραφίας την έχουν καλλιεργήσει πολύ και οι Γάλλοι, την θεωρώ λίγο ανούσια και σαχλή. Δε γράφεις για να μιλήσεις για τον εαυτό σου, δεν είναι ημερολόγιο και ψυχανάλυση, είναι κατασκευή.

 

Σε αυτή την κατασκευή, με τη φαντασία ελεύθερη, ανακαλύπτετε πράγματα τρομακτικά για τον ίδιο σας τον εαυτό;
Ναι. Έχει μία έκπληξη η γραφή. Οι λέξεις σιγά- σιγά σου αποκαλύπτουν έναν άλλον κόσμο. Κάτι που ίσως να μην το περίμενες καθόλου. Δεν ανακαλύπτω πράγματα που θα ερχόταν στην επιφάνεια με την ψυχανάλυση, αλλά αναρωτιέσαι –κάποιες φορές- γιατί η φαντασία σου πηγαίνει προς τα εκεί.  Γιατί ξαφνικά σου ‘ρχεται στο νου ένας νάνος; Δεν ξέρεις. Είναι άσχετο, αλλά «γιατί όχι»; Ας δούμε τι έχει να μας πει αυτός ο νάνος.

Η ζωή στο χαρτί και αυτή που ζούμε στ’ αλήθεια πόσο διαφέρει;
Αν δεν έγραφα ιστορίες, η ζωή θα ήταν πολύ βαρετή.  Αλλά και ένα βιβλίο για τη ζωή μου το ίδιο βαρετό μπορεί να είναι. «Γιατί να το διαβάσω αυτό»; Θα λέμε πότε πίνουμε καφέδες και πότε πέθανε η γιαγιά μας; Όλα αυτά, ακόμα και τα δράματα, δεν είναι θέματα για να γράφονται μυθιστορήματα.

Υπάρχουν συγγραφείς που εκμεταλλεύονται κάτι τέτοια δράματα για να πουλήσουν;
Δεν ξέρω, δεν προλαβαίνω να διαβάσω λογοτεχνία. Αυτά που πρέπει να διαβάσω- για να γράψω τα δικά μου βιβλία- είναι πάρα πολλά. Από την άλλη πλευρά δεν ξέρω αν ξέρουν-αρκετοί συγγραφείς- πόση δουλειά χρειάζεται για να γραφτεί ένα μυθιστόρημα. Κάθονται δουλεύουν και γράφουν στα καφενεία; Πάντως δουλειά καφενείου δεν είναι. Είναι λάθος, όπως λάθος είναι να ασχολείσαι και με διάφορα. Η λογοτεχνία ζητάει όλο σου τον χρόνο, δεν είναι μία ερασιτεχνική η παράπλευρη ασχολία. Δε λες θα κάνουμε ένα –δύο –τρία πράγματα και κάποια στιγμή θα γράψω και λίγες γραμμές.

Όταν γράφετε σας απασχολεί ο αναγνώστης;
Καθόλου. Δεν υπάρχει (Ο) αναγνώστης. Έχω γνωρίσει εκατοντάδες από αυτούς. Θέλω να γράψω ένα βιβλίο που να ενδιαφέρει εμένα όχι το σύμπαν. Και αυτοί που γράφουν λαϊκά μυθιστορήματα για τον εαυτό τους γράφουν, οι ίδιοι είναι το κοινό τους. 

Στην εποχή μας που η πολιτική και η κοινωνία βάλλονται από παντού υπάρχουν εθνικά ζητήματα που θέλετε να θίξετε;
Όχι. Δεν είναι το είδος μου. Για αυτά υπάρχουν οι δημοσιογράφοι και οι δοκιμιογράφοι. Αν το θέμα μου έχει να κάνει με το μεταναστευτικό ή το προσφυγικό βεβαίως και θα το κάνω, θα γράψω για αυτό. Τώρα- για παράδειγμα- χρειάζομαι κάτι για το συγκεκριμένο θέμα και θα ταξιδέψω μέχρι τη Μυτιλήνη. Όλα με ενδιαφέρουν για το μυθιστόρημα που γράφω, όμως μάθημα στους άλλους δεν κάνω. Ρεπορτάζ δεν κάνω. Ούτε σε πάνελ πηγαίνω, αυτά είναι γελοιότητες, είναι για τους δημοσιογράφους. Είναι άθλια η εικόνα της τηλεόρασης. Πηγαίνουν, φωνάζουν, ο καθένας για το σπιτάκι του και για το συμφέρον του.

Η τηλεόραση είναι ο καθρέφτης μας;
Όλοι αυτοί που βρίσκονται στην τηλεόραση είναι προϊόντα του ίδιου λαού, έχουν περάσει από τα ίδια σχολεία.. καθρέφτης όμως δεν είναι… νομίζω. Θέλω να πιστεύω ότι οι άνθρωποι είναι καλύτεροι από την τηλεόραση που βλέπουμε. Οι Έλληνες είναι ευφυέστεροι από τους παρουσιαστές των ειδήσεων… ελπίζω. Με τρομάζει αυτό το φρικτό επίπεδο που υπάρχει.

Και όλο αυτό που συμβαίνει; Η κοινωνική και οικονομική ένδεια, τι δείχνει για όλους μας;
Υπάρχει κίνδυνος να πέσουμε σε γενικεύσεις.. αυτό δεν το θέλω καθόλου. Εντάξει, τι να πούμε, ότι είμαστε απατεώνες; Ότι είμαστε κακοί γείτονες, ότι είμαστε αγενείς στο δρόμο και σπρώχνουμε τις γριές; Αλλά δεν θέλω να γενικεύουμε. Έχω ζήσει πολύ έξω και έχω μάθει ότι αυτός που δε γνωρίζει, γενικεύει. Για παράδειγμα, ο Έλληνας τουρίστας που θα πάει στη Γαλλία για επτά ημέρες θα σου πει ότι οι Γάλλοι είναι έτσι και αλλιώς, εγώ δε θα το πω, αφού ξέρω πολλούς Γάλλους άρα δεν μπορώ να μιλάω γενικά. Ο ρατσισμός έτσι ξεκινάει. Βάζουμε όλους στο ίδιο σακί. Εκφράζουμε μίση και πάθη, δεν εκφράζουμε άποψη. Γι’ αυτό είναι γελοία όλα τα θέματα εθνικής ταυτότητας. Βεβαίως και τα λένε αυτά οι ακροδεξιοί που είναι βούρλα και αγράμματοι. Νομίζουν ότι κάτι κάνουν επειδή χαρακτηρίζουν τους Έλληνες «ανώτερους».

Το ακροατήριο, όμως, μεγαλώνει και υπάρχει αποδοχή της ακροδεξιάς.
Επειδή το σχολείο δεν κάνει καλά τη δουλειά του. Βγάζουμε αγράμματους ανθρώπους. Πώς είναι δυνατόν τόσα χρόνια, από την αρχή της κρίσης, να έχουμε μπροστά μας το θέμα του μεταναστευτικού και να μη γίνονται αναφορές στα σχολεία. Ένα μάθημα για τη μετανάστευση που μας αφορά και εμάς- τους Έλληνες- αφού ήμασταν και είμαστε μετανάστες. Όπου υπάρχει άγνοια ο ρατσισμός θεριεύει.

Εσείς είστε εδώ, είστε και στη Γαλλία, τι αγαπάτε περισσότερο και τι θα σας έλειπε από την κάθε μία αν σας απαγόρευαν να επιστρέψετε.
Μεταξύ αστείου και σοβαρού… Από τη Γαλλία θα μου έλειπαν τα Κινέζικα και τα Βιετναμέζικα εστιατόρια. Αν δεν μπορούσα να γυρίσω στην Ελλάδα θα μου έλειπε η θάλασσα και το τραπέζι του πινγκ πονγκ που έχω στο σπίτι. Η κάθε χώρα έχει πολλά δώρα να σου προσφέρει και κάθε ταξίδι είναι πολύτιμο. Αυτό που θα μου έλειπε περισσότερο λοιπόν θα ήταν η ελευθερία μου. Να ζω όπου θέλω και να κάνω ό,τι θέλω. Δε θα μου έλειπε ο Πύργος του Άιφελ –στον οποίο δεν έχω ανέβει και ποτέ, ούτε το Λούβρο όπου έχω να πατήσω το πόδι μου 30 χρόνια. Επίσης, θα μου έλειπαν οι φίλοι μου και ο γιος μου που μένει στη Γαλλία, ο ένας είναι εκεί και ο άλλος μου γιος είναι εδώ. Θέλω πολύ να ταξιδεύω, να μιλάω με ανθρώπους, να μαθαίνω καινούρια πράγματα. Όλα τα υπόλοιπα δεν είναι και τόσο σημαντικά.

Μεγάλες απογοητεύσεις και χαρές της ζωής;
Κάτι μεγάλο όχι. Περιστασιακές απογοητεύσεις από τη συμπεριφορά φίλων ίσως, μία απαράδεκτη συμπεριφορά από την πλευρά των συγγενών. Αλλά αυτά συμβαίνουν σε όλους, οι προδοσίες είναι κομμάτι της ζωής. Από την άλλη θα χαρακτήριζα μεγάλες στενοχώριες την απώλεια των γονιών μου, το θάνατο του αδερφού μου, έχει φύγει κόσμος από δίπλα μου. Περιφέρομαι σε μία έρημο, μόνος μου. Επίσης οι δύο καρκίνοι και η εγχείρηση στον πνεύμονα που πέρασα το 2015, ήταν κάτι που παραλίγο να με σκοτώσει για τα καλά. Κάτι τέτοιο σε σημαδεύει και το κουβαλάς. Η αίσθηση ότι έχεις βγάλει ένα πόδι από τη ζωή, το να έρχονται στιγμές που το βάρος του είναι ακόμα τόσο μεγάλο που λες “άντε ας ξεμπερδεύουμε”. Είναι η εξάντληση και η κούραση… δύσκολα πράγματα αυτά.

Και οι χαρές;
Η μνήμη συγκρατεί πιο πολύ τα δύσκολα και όχι τα ευχάριστα. Αλλά χάρηκα πολύ όταν εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο, όταν δημοσιεύθηκε το πρώτο μου άρθρο στη Monde. Όταν γεννήθηκαν τα παιδιά μου. Τέτοιες χαρές θυμάμαι.

Από τους γονείς ποιος έπαιξε πιο σημαντικό ρόλο στην ζωή σας;
Αναμφισβήτητα η μάνα μου. Ήταν άνθρωπος της κουβέντας. Όχι της φλυαρίας, της συζήτησης. Ενδιαφερόταν πολύ- σαν μεγάλη φίλη- και για εμένα αλλά και για τον αδερφό μου. Από πολύ μικροί καθόμασταν μαζί της, χώρια ο καθένας, πίναμε καφέ και λέγαμε τα νέα μας. Του σχολείου, το ένα το άλλο, για τις πρώτες φιλενάδες και η μάνα, μας έλεγε πράγματα που μοιάζουν αδιανόητα να ειπωθούν από μία μητέρα σε ένα παιδί. Για παράδειγμα μιλούσε για τις ερωτικές σχέσεις της με τον πατέρα. Αλλά υπήρχε μεγάλη εμπιστοσύνη. Σε άλλες οικογένειες δε συνηθίζουν να μιλάνε. Και βλέπεις τα αποτελέσματα όταν μία γυναίκα 50 ετών δεν μπορεί να σου πει κάτι απλό. Κάνει το γύρο της Αφρικής και ρωτάς- όταν γυρνάει- πως πέρασες και σου λέει «καλά». Α! Εντάξει. Μα μιλάμε για το γύρο της Αφρικής, διηγήσου μας και κάτι κοπέλα μου. Αλλά δεν το έχουν μάθει. Επίσης κάτι σπουδαίο που έκανε η μητέρα μας ήταν τότε, μικρά παιδιά ήμασταν, που πηγαίναμε τα καλοκαίρια στη Σαντορίνη- τόπος καταγωγής του πατέρα. Τα μεσημέρια που πλαγιάζαμε και καλά να κάνουμε σιέστα, δεν κοιμόμουν και η μάνα μου καθόταν στην άκρη του κρεβατιού και μου έλεγε «δες τους λεκέδες υγρασίας που έχουν οι τοίχοι, φαντάσου τι είναι και τι κάνει ο καθένας και πες μία ιστορία». Τη μία έβλεπα ένα γαιδούρι, την άλλη ένα δράκο. Αυτό ήταν ένα σπουδαίο μάθημα λογοτεχνίας. Της χρωστάω πολλά, όπως και στον πατέρα μου βεβαίως. Δεν με εμπόδισαν να φύγω και να ταξιδέψω στο εξωτερικό σε τόσο μικρή ηλικία. Τη δεκαετία του ‘60 ήταν τριήμερο ταξίδι να φτάσεις στο Παρίσι και χωρίς να έχεις τηλέφωνα και εύκολη επικοινωνία. Πολύ δύσκολο πράγμα. Όμως με άφησαν να το κάνω.

Αυτόν τον χωρισμό, αποχωρισμό με τη μητέρα τον έχετε ξεπεράσει;
Ήταν πολύ οδυνηρό, αλλά ήθελα να φύγω. Άρα υπήρχε ο πόνος του χωρισμού, αλλά και η επιθυμία να ανακαλύψω έναν άλλον κόσμο. Να αισθανθώ ελεύθερος.

Η σχέση με τη μητέρα καθόρισε τον τρόπο που προσεγγίσατε, αγαπήσατε και ζήσατε τις γυναίκες;
Επειδή ένιωθα ότι με αγαπούσε πολύ και ήταν αφοσιωμένη είχα ανέκαθεν μια ιδέα το πώς είναι να αγαπάς και να αγαπιέσαι. Πώς είναι ο άνθρωπος που αγαπάει αληθινά. Υποθέτω ότι αυτό μέτρησε στη ζωή μου χωρίς να έχω ιδέα με ποιο τρόπο. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι ξέρω τι σημαίνει η λέξη αγάπη.

Τη βρήκατε από έναν άλλον άνθρωπο;
Ίσως. Δεν ξέρω. Είναι δύσκολο να το πεις αλλά δεν είμαι στερημένος σε αυτόν τον τομέα.

Από τις δύο γλώσσες, Ελληνικά και Γαλλικά, ποια είναι αυτή που εκφράζει πιο έντονα την αγάπη, τον έρωτα, τον πόνο...
Η σχέση μου με τις δύο γλώσσες εξελίχθηκε μέσα στα χρόνια. Υπήρξε μία περίοδος στην αρχή που δούλευα στη Γαλλία σαν δημοσιογράφος, που είχα παντρευτεί και στην ζωή μου κυριαρχούσαν τα Γαλλικά, είχα απομακρυνθεί από τα Ελληνικά. Αυτό μου κόστισε πολύ και αποφάσισα να γράψω ένα βιβλίο στα Ελληνικά και να μεταφραστεί μετά. Εκείνη την εποχή έβλεπα μία διαφορά ανάμεσα στις δύο γλώσσες. Τα Ελληνικά με εξέφραζαν πιο πολύ συναισθηματικά, με συγκινούσαν περισσότερο. Τα Γαλλικά δε μου θύμιζαν κάτι, ούτε την παιδική μου ηλικία, ούτε τη μάνα μου... τίποτα, είχα μαζί τους μια ουδέτερη σχέση. Για αυτό και τα πρώτα μου βιβλία -που είναι γραμμένα στα Γαλλικά- έχουν έναν πιο χιουμοριστικό χαρακτήρα, αφού χρειάζεται μία απόσταση από τη γλώσσα για να αναπτύξεις κάποιο χιούμορ. Όμως το πρώτο μου ελληνικό βιβλίο -το «Τάλγκο» -είναι συναισθηματικό. Μετά που απέκτησα αναμνήσεις από την ζωή μου στη Γαλλία, έχοντας μεγαλώσει εκεί τα παιδιά, έχοντας ζήσει μια ζωή, όλα άλλαξαν. Η Γαλλία ήταν το παρόν και η Ελλάδα το παρελθόν. Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Και οι δύο χώρες έχουν γίνει παρελθόν και παρόν. Τώρα αυτά που γράφω δεν έχουν ξεκάθαρο χαρακτήρα. Και οι δύο τόποι συνυπάρχουν μέσα μου... ήρεμα και ωραία.
 

Το νέο σας βιβλίο, αυτό που ετοιμάζετε τι θα είναι;
Είναι η ιστορία κάποιου που θέλει να αυτοκτονήσει και κάποιου που θέλει να τον βοηθήσει...Έτσι αρχίζει η ιστορία.. Τώρα ποιος είναι αυτός που θέλει να βοηθήσει και μάλιστα γράφει και το βιβλίο –δεν το κάνει ο επίδοξος αυτόχειρας- δεν το ξέρουμε. Έχω ολοκληρώσει το μισό βιβλίο και ακόμα δεν έχω την απάντηση. Πάντως εκεί μέσα θα γίνουν αναφορές και στην αρρώστια μου και στους μετανάστες και σε πολλά ακόμα. Έχω βάλει μέσα και τον Χριστό και την Παναγία. Η Παναγία πηγαίνει στην ζούγκλα και πέφτει επάνω στον Ταρζάν. Αυτός της μαθαίνει να πετάγεται από το ένα δέντρο στο άλλο και αυτή του κάνει παρατήρηση να πάει να ντυθεί γιατί δεν είναι σωστό να κυκλοφορεί «έτσι» μπροστά της.

Και για το τέλος… Τι βλέπετε στον καθρέφτη σας κάθε πρωί;
Αποφεύγω να κοιτάζω τον εαυτό μου. Έχω γεράσει, έχω τα χάλια μου. Αφήστε που είμαι συνήθως αξύριστος και βαριέμαι να ξυριστώ. Αυτό που έχει ενδιαφέρον στον καθρέφτη είναι αυτό μου έμαθα στο Παρίσι, στο κέντρο Ατομικής Ενέργειας όπου υπάρχει ένα πελώριο εργαστήριο και μελετάνε τον εγκέφαλο. Εκεί μια νευρολόγος μου είπε ότι μπορούμε να ξεχάσουμε την όψη, την εικόνα μας. Μπορεί λοιπόν να μπεις στο μπάνιο και να νομίζεις ότι μπήκε κάποιος άλλος. Μπορεί να τον βρίζεις «ποιος είσαι εσύ και πώς ήρθες εδώ» ή να τον αντιμετωπίζεις φιλικά- που είναι και το πιο σύνηθες. Πιάνεις κουβέντα μαζί του, τον συμβουλεύεις, του λες να προσέχει, να ξυριστεί και να κάνει διάφορα πράγματα. Είναι ένας φίλος που είναι πάντα εκεί. Στην ορολογία των νευρολόγων λέγεται «ο φίλος του καθρέφτη». Αυτός είμαι λοιπόν...είμαι ο φίλος του καθρέφτη. 

Γιώργος Βλαχογιάννης

Περισσότερα "Πρόσωπα"
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΠΡΟΣΩΠΑ" Main_maira_papathanosopoulou Συνέντευξη: Η Μάιρα Παπαθανασοπουλου μιλά για την Ιεραποστολική Στάση «Το φιλί είναι η κρυφή υπογραφή μου». Main_%ce%9c%ce%b1%cf%81%ce%b9%cc%81%ce%b1_%ce%a0%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cc%81%ce%bd%ce%bd%ce%b7 Η Μαρία Παπαγιάννη δίνει φτερά στα... παπούτσια Η συγγραφέας μιλάει στο www.tospirto.net για το καινούριο βιβλίο της. Main__dsc7196-thumb-large Ο Χρήστος Χωμενίδης μιλάει στο www.tospirto.net «Η κόρη μου η Νίκη με έκανε, στην Ελλάδα της κρίσης, παραγωγικότερο παρά ποτέ. Και πιο ικανό να αγαπήσω, όχι μονάχα την ίδια». Main_slider Πάθη στον πάγο, και ο συγγραφέας Λίερ Γιορν Χορστ Ο πολυβραβευβένος Νορβηγός μπεστσελερίστας έρχεται για να παρουσιάσει το βιβλίο του «Έγκλημα στα φιορδ», στο Public. Main_slider Ιωάννης Πάππος: «Μου αρέσει η ζωή να έχει δρόμο και δράμα» Ο συγγραφέας του «Hotel Living» μιλά για το βιβλίο του και την αμφιβολία που του χαρίζει η ζωή του στην Νέα Υόρκη.
#load_content_with_ajax