Κινηματογράφος | Ταινίες

Oldboy , 2013

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Σπάικ Λι
Σενάριο
Μαρκ Προτόσεβιτς
Πρωταγωνιστούν
Τζος Μπρόλιν, Σάμιουελ Ελ Τζάκσον, Ελίζαμπεθ Όλσεν, Σάρλτο Κόπλεϊ, Μάικλ Ιμπεριόλι, Λίντα Ίμοντ
Διάρκεια
104
Χώρα
Ηνωμένες Πολιτείες
Είδος
Θρίλερ
Πρεμιέρα
17 Απριλίου 2014

Μετά από 20ετή μυστηριώδη εγκλεισμό, ένας αντι-ήρωας απελευθερώνεται για να πάρει εκδίκηση. Αντ’ αυτού, θα έρθει σε μετωπική με τη νέμεσή του. Πράγμα που ψιλοσυμβαίνει και με την ταινία του Λι…

Εν προκειμένω, μακάριοι όσοι δεν έχουν δει την απολύτως καλτ κορεατική εκδοχή του «Oldboy», που υπέγραψε το 2004  ο Παρκ Τσαν-γουκ. Γιατί, ε; Διότι για όποιον την έχει δει, αυτό το άτυπο ριμέικ που υπογράφει εδώ ο Λι –μεταφυτεύοντας το εμβληματικό γιαπωνέζικο μάνγκα των Γκαρόν Τσουτσίγια και Νομπουάκι Μινεγκίσι στη σημερινή Αμερική– δεν ξεφεύγει από τη βαριά σκιά του προκατόχου. Κάπως σαν να προσπαθείς να κάνεις έναν γνώστη της συμφωνικής μουσικής να ακούσει το «Χασάπικο 40» του Χατζιδάκι, χωρίς να «ακούσει» μέσα του το πρώτο θέμα από τη Συμφωνία Νο 40 του Μότσαρτ… Έτσι! Πάντως, και οι μεν και οι δε, πρέπει να περιμένουν αρκετή βία –και ναι, και εκείνη την σκηνή όπου ο απελεύθερος πια ήρωας τα βάζει χαλαρά με καμιά δωδεκαριά οπλισμένους μαντράχαλους στα τρία επίπεδα ενός πάρκινγκ και τα βγάζει πέρα τζάμι με τη βοήθεια ενός σφυριού…
Το κλειστοφοβικό στόρι παρακολουθεί την απαγωγή του Τζο Ντουσέτ, ανάξιου πατέρα, ανύπαρκτου συζύγου και ημι-αλκοολικού διαφημιστή. Και τον εγκλεισμό του για 20 χρόνια –τα οποία «περνούν» μέσα από μια τηλεόραση που καταγράφει ορκωμοσίες αμερικανών προέδρων, την 11η Σεπτεμβρίου κι άλλα τέτοια– στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου-φυλακή. Εκεί, ζώντας αποκλειστικά με βότκα και κινέζικα ντάμπλινγκ (του τα χορηγούν οι άγνωστοι δεσμοφύλακές του από άνοιγμα στην πόρτα), αυνανιζόμενος με ηθελημένα προκλητική γυμναστική στην τηλεόραση και όντας μονίμως μεθυσμένος, ο Τζο εξαχρειώνεται. Και μετά, μια μέρα παρακολουθώντας στην τηλεόραση την αγαπημένη του μες στα χρόνια εκπομπή αστυνομικών μυστηρίων, βλέπει την κόρη του. Που έχει μεγαλώσει πιστεύοντας πως ο πατέρας της είναι ο άνθρωπος που σκότωσε βίαια τη μητέρα της κι εξαφανίστηκε -20 χρόνια πριν… Κι αποφασίζει ο Τζο για το χατίρι της κόρης, για να εξιλεωθεί αποδεικνύοντας ίσως πως δεν είναι ο ένοχος φονιάς, να σουλουπωθεί. Αρχίζει, πάντα φυλακισμένος και παρακολουθούμενος από κάμερες (παρεμπιπτόντως, το τι παιχνίδι κάνει ο Λι με τις δικές του σταθερές και στο χέρι κάμερες δεν περιγράφεται), να χύνει τη βότκα στην τουαλέτα, να τελεί σε εγρήγορση, να γυμνάζεται. Τούμπανο γίνεται ο Μπρόλιν… Συγχρόνως, σκάβει λαγούμι για να το σκάσει. Αλλά πάνω στην απόδραση τον πιάνουν οι άγνωστοι διώκτες του. Τον αφήνουν, ωστόσο. Και μια μυστηριώδης φωνή στο κινητό που βρίσκει στην τσέπη του, τον τραβάει μέσα σε έναν εφιάλτη του παρελθόντος. 
Αιμομιξία, στόματα που μιλάνε ενώ δεν πρέπει, οικογενειακές φονικές και αυτοκτονικές τραγωδίες, κι άλλη αιμομιξία, μια γενναιόδωρη μα ταλανισμένη νεαρή κοινωνική λειτουργός (Όλσεν), μαζί με μάχες σώμα-με-σώμα και αγωνιώδεις καταδιώξεις συνθέτουν τη γοργή  συνέχεια της ταινίας. Και οδηγεί σε μια κορύφωση σαφώς λιγότερο διφορούμενη από την (καλύτερη) κορεατική. Ο Μπρόλιν προσπαθεί πολύ φιλότιμα, είναι καλύτερος από τη στιγμή που ο Τζο παίρνει την κατάσταση στα χέρια του, και ίσως με άλλη σκηνοθετική καθοδήγηση να έβγαζε και λίγη από την υπερβατική, σκοτεινή ποιητικότητα κι από το νοσηρό μεγαλείο του πρωτότυπου… Ο δε Τζάκσον, στο ρόλο του δεσμοφύλακα Τσέινι με το κατακόκκινο σακάκι, είναι κάπως καρικατουρέ (βοηθάει σίγουρα και το οξυζεναρισμένο λοφίο μοϊκάνα στο μέσον της ξυρισμένης κεφαλής). Ενώ ο Κόπλεϊ, που ενσαρκώνει τον εντελώς άρρωστο μεγιστάνα-μυστήριο που έρχεται αντιμέτωπος με τον Τζο, είναι αναίτια στομφώδης και «εξωτικός».
Με δυο λόγια, το φιλμ έχει τη δική του, ολίγον κούτσαυλη, δυναμική, κάτι λέει περί εγκλεισμού, απομόνωσης, παιδικών τραυμάτων και κάθαρσης, αλλά καμιά στιγμή δεν συγκλονίζει. Τι συγκλονίζει; Ούτε καν συνεπαίρνει…

Τατιάνα Καποδίστρια