ΚΥΡΙΑΚΗ 23 ΙΟΥΛΙΟΥ 2017
Κινηματογράφος | Ταινίες

Βαλς Για Τη Μόνικα , 2013 (Monica Z)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Περ Φλι
Σενάριο
Πέτερ Μπρο
Πρωταγωνιστούν
Έντα Μάγκνασον, Σβέριρ Γκούντνασον, Κελ Μπέργκβιστ, Βέρα Βιτάλι, Σεσίλια Λιούνγκ
Διάρκεια
111
Χώρα
Σουηδία
Είδος
Μουσική βιογραφία
Πρεμιέρα
08 Μαΐου 2014

Η εντυπωσιακή καριέρα της σουηδέζας τζαζ τραγουδίστριας και ηθοποιού Μόνικα Ζέτερλουντ, αλλά και οι προσωπικοί της δαίμονες σε μια ταινία με ωραία ατμόσφαιρα, αλλά πολλές σεναριακές και σκηνοθετικές κοινοτοπίες.

Η ταινία του Δανού Φλι (περιέργως πώς, πολύ… συμβιβασμένου εδώ σε σχέση με παλιότερες δουλειές του) είναι σίγουρα ενδιαφέρουσα. Τουλάχιστον σε καθαρά «επιμορφωτικό» επίπεδο. Διότι, η ιστορία της άγνωστης στα μέρη μας, Μόνικα Ζέτερλουντ, της φιλόδοξης και όμορφης Σουηδέζας με την υπέροχη φωνή, που στα μέσα του ’60 κατάφερε να γίνει μεγάλη τραγουδίστρια της διεθνούς τζαζ σκηνής και αργότερα σταρ πρώτου μεγέθους στη γενέτειρά της, παρουσιάζει σίγουρα ενδιαφέρον. Η ταινία διαθέτει επίσης δυο σημαντικούς άσους στο μανίκι της. Εν αρχή, υπάρχει η πιστή, λεπτοδουλεμένη και άκρως ατμοσφαιρική ανασύσταση της εποχής, καθώς η προχώ ελευθεριότητα των 60s κονταροχτυπιόταν με την «αγροτική» παραδοσιακή νοοτροπία της σκανδιναβικής χώρας. Κομμώσεις, αυτοκίνητα, αρειμάνιο κάπνισμα, ρούχα, επίπλωση, ακόμη και κοινωνικές συμπεριφορές –όλα σκιαγραφούν ένα πολύτιμο πορτρέτο εκείνης της εποχής.
Το δεύτερο και αναμφίβολα πολύ σημαντικό πασαπόρτι της ταινίας είναι η ίδια η πρωταγωνίστριά του. Η οποία, αν δεν απατώμαι, θα πρέπει να… απουσιάζει από ελάχιστα πλάνα του φιλμ. Η πρωτοεμφανιζόμενη στον κινηματογράφο 30χρονη Μάγκνασον –τραγουδίστρια, τραγουδοποιός και πιανίστρια και η ίδια– θέτει το υπέροχο φυζίκ της και τη φωνή της στην υπηρεσία της μυθικής (για τους Σουηδούς) προσωπικότητας την οποία υποδύεται. Και αποδίδει πειστικά την εσωτερική πάλη της Ζέτερλουντ, που από τη μια ήθελε όσο τίποτα να καθιερωθεί, να γίνει γνωστή, να πετύχει, να δημιουργήσει, να τραγουδήσει, αλλά από την άλλη, δεν μπορούσε να στεριώσει σε σχέση, ενώ η επαφή της με την κόρη της Εύα-Λένα παρέμεινε για χρόνια υποτυπώδης και δύστοκη. Και από την… τρίτη, είχε σιγά-σιγά γίνει και αλκοολική. Ενώ, ταυτόχρονα, η σοβούσα κόντρα με τον πατέρα της, Μπενγκτ Ζέτερλουντ (Μπέργκβιστ) –τον άνθρωπο που τη μύησε στη τζαζ, αλλά που επί χρόνια την αμφισβητούσε και την αποκάρδιωνε– επίσης έπαιξε το ρόλο της.  
Δυστυχώς, όμως, παρά την ύπαρξη αυτών των a priori ενθαρρυντικών στοιχείων, το σενάριο και πολύ περισσότερο η σκηνοθεσία επιλέγουν μια συμβατική «χολιγουντιανή» αφήγηση –ειδικά στο δεύτερο μέρος της ταινίας, όταν οι λιποθυμίες της Μόνικα μετά από μεθυσμένα ξενύχτια και αδιέξοδες σχέσεις πλήθυναν θεαματικά… Η δε, τελευταία-τελευταία σεκάνς –όταν, επιτέλους, η Μόνικα παντρεύεται (για τρίτη φορά), παραδεχόμενη πια ότι ο έρωτας της ζωής της ήταν ο μπασίστας Στούρε Άκερμπεργκ (Γκούντνασον), τον οποίον «ταλαιπώρησε» επί χρόνια– α, είναι τόσο απενοχοποιημένα «χολιγουντιανή» που σχεδόν νομίζεις ότι ο Φλι μάς κάνει πλάκα… Εν πάση περιπτώσει, ίσως οι τζαζόφιλοι –εκείνοι που ήδη ξέρουν ότι η Μόνικα έκανε παρέα με τον Μάιλς Ντέιβις, τον Σταν Γκετς, ή τον Σάμι Ντέιβις Τζούνιορ και ηχογράφησε με τον μυθικό πιανίστα Μπιλ Έβανς– να την εκτιμήσουν περισσότερο αυτή τη συμβατική σουηδική ταινία.

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες