Κινηματογράφος | Ταινίες

Ενας Άλλος Κόσμος , 2015 (Worlds Apart)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Χριστόφορος Παπακαλιάτης
Σενάριο
Χριστόφορος Παπακαλιάτης
Πρωταγωνιστούν
Τζέι Κέι Σίμονς, Μαρία Καβογιάννη, Χριστόφορος Παπακαλιάτης, Άντρεα Όσβαρτ, Ταουφέκ Μπαρχόμ, Μηνάς Χατζησάββας, Νίκη Βακάλη
Διάρκεια
115
Χώρα
Ελλάδα
Είδος
Ερωτικό δράμα
Πρεμιέρα
17 Δεκεμβρίου 2015

Εν μέσω κρίσης, τρεις Έλληνες διαφορετικών γενεών ερωτεύονται αλλοδαπούς, ενώ η μοίρα τούς επιφυλάσσει σκληρές ανατροπές, σε μια τεχνικά άψογη ταινία με σεναριακό πλούτο, ωραίες ερμηνείες και εξαιρετικά location.

Το πρώτο που πρέπει να τονιστεί γι’ αυτή τη δεύτερη ταινία του Παπακαλιάτη, είναι πως ο δημιουργός της διαρκώς προοδεύει. Σε σχέση με το παρθενικό του «Αν…», η σκηνοθεσία είναι πιο στιβαρή, το σενάριο πυκνότερο (και με αρκετό ευπρόσδεκτο χιούμορ, ειδικά στην ιστορία όπου πρωταγωνιστεί ο ίδιος με την Όσβαρτ), οι διάλογοι απόλυτα ρέοντες και φυσικοί, ενώ η πολύ καλή φωτογραφία του Γιάννη Δρακουλαράκου και το εξαιρετικό μοντάζ της Στέλλας Φιλιπποπούλου ξανοίγονται πολύ πέρα από τα Αναφιώτικα της Πλάκας, με εικόνες ουσίας από «μεταναστευτικές» ταραχές στη μη τουριστική Αθήνα, από ειδυλλιακά τουριστικές παραλίες (της Βοϊδοκοιλιάς στην Πύλο, εν προκειμένω) ή από το (επίκαιρο) παροπλισμένο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Κοντολογίς, πρόκειται για μια ελληνική ταινία που από τεχνική άποψη, ρυθμό και παραγωγή μοιάζει με… ξένη. Συγχρόνως, όμως, είναι ένα φιλμ απόλυτα ελληνικό, αφού πέρα από τις τρεις ερωτικές ιστορίες που πραγματεύεται σε πρώτο επίπεδο (οι οποίες συγκλίνουν σχεδόν καρμικά στο φινάλε) ο «Άλλος κόσμος» αφουγκράζεται με ευαισθησία και οξυδέρκεια τον παλμό της σημερινής Ελλάδας. Οι συγκλίνουσες ιστορίες των πρωταγωνιστών, αλλά και των δεύτερων ρόλων, έχουν αναφορές στην οικονομική κρίση, τις απολύσεις, τη διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος, το γιγάντωμα του εγχώριου ρατσισμού και της ξενοφοβίας, αλλά και σε κάποια διαχρονικά χούγια των Ελλήνων (ει μη και Ελληναράδων) που μας φέρνουν σε φωναχτή αντίστιξη με τους ξένους (η σκηνή με τον Παπακαλιάτη, που ανάβει τσιγάρο σε μπαρ και δέχεται επίπληξη από την πολιτικά ορθή Όσβαρτ, είναι πράγματι απολαυστική –και εντελώς αληθινή). Εντυπωσιακά, επίσης, τα γυρίσματα στο παλιό αεροδρόμιο (όπου καταφεύγουν η φοιτήτρια και ο πρόσφυγας), θαυμάσια, όπως πάντα, η μουσική επένδυση (με πρωτότυπη μουσική του Κώστα Χρηστίδη) και καίριο το σχόλιο μέσα από αγγλόφωνα δελτία ειδήσεων περί ελληνικής κρίσης.

Η ταινία διαρθρώνεται σε τρεις ξεχωριστές ιστορίες, τις οποίες ο Παπακαλιάτης συνδέει μαστόρικα στο τελευταίο μισάωρο επιστρατεύοντας ωραίο παιχνίδι με επανάληψη σκηνών από νέα οπτική και σεναριακές ανατροπές που τονίζουν την τραγικότητα των συμπτώσεων. Η πρώτη ιστορία, με τίτλο «Boomerang», καταπιάνεται με τη γνωριμία της φιλελεύθερης φοιτήτριας Δάφνης (Βακάλη) με τον σύριο πρόσφυγα Φάρις (Μπαρχόμ). Ο ρομαντισμός και η φρεσκάδα των δυο νέων απέναντι στην αγριότητα και την μισαλλοδοξία της κοινωνίας, καθώς ένας έρωτας πέρα από ρατσιστικά στεγανά ανθεί στην υποβαθμισμένη πλευρά της πρωτεύουσας. Αλλά και στη σκιά ομάδων πολιτών (η ταινία δεν κατονομάζει τη Χρυσή Αυγή) που οργανώνουν επιθέσεις κατά μεταναστών, στις οποίες συμμετέχει ο χρεωμένος ταξιτζής Αντώνης (ο πάντα υπέροχος Μηνάς Χατζησάββας στον τελευταίο ρόλο του). Πρόκειται για έναν πολύ καλογραμμένο χαρακτήρα, ο οποίος συνδέει τραγικά τα πρόσωπα των υπόλοιπων ιστοριών στο δυνατό φινάλε. Στη δεύτερη ιστορία, ονόματι «Loseft 50mg», ο Γιώργος (Παπακαλιάτης), στέλεχος πολυεθνικής με προβληματικό γάμο και μικρό γιο, περνάει μια σεξονύχτα με τη συγκρατημένη Σουηδέζα Ελίζ (Όσβαρτ). Η οποία, αποκαλύπτεται, είναι η απεσταλμένη από το εξωτερικό που, ως άλλη Τρόικα, έχει έρθει στην Αθήνα να κάνει εκκαθαρίσεις, περικοπές και συμμάζεμα στην εταιρεία όπου δουλεύει ο Γιώργος. Σε αυτό το κομμάτι  που διαδραματίζεται στην πιο ιλουστρασιόν πλευρά της πόλης, ο ερωτισμός (ωραία χημεία μεταξύ των δυο ηθοποιών) συνυπάρχει με το χιούμορ (λέει μερικές πολύ χαρακτηριστικές ελληναράδικες ατάκες ο Γιώργος), ενώ στο φόντο πέφτει βαριά η σκιά της εργασιακής αβεβαιότητας, της ανεργίας και της απόγνωσης.

Η τρίτη ιστορία –που τιτλοφορείται «Second Chance» υπογραμμίζοντας ένα από τα βασικά μηνύματα του φιλμ περί δεύτερης ευκαιρίας– καίτοι θεωρητικά μοιάζει η λιγότερο πιθανή, αποδεικνύεται η πιο μεστή, συγκινητική και ανθρώπινη απ’ όλες. Πράγμα για το οποίο «ευθύνεται» σαφώς η ερμηνεία και του οσκαρούχου Σίμονς και της θαυμάσιας Καβογιάννη. Πρόκειται για ένα ζευγάρι-χάρμα που, ίσως και λόγω ηλικίας, στέκεται ένα τσικ πάνω από το δύστοκο σήμερα της κρίσης αγκαλιάζοντας με φιλοσοφημένη διάθεση τον συνάνθρωπο, το τυχαίο, την ίδια τη ζωή. Εδώ, ο Σεμπάστιαν, φιλέλληνας γερμανός συνταξιούχος καθηγητής που ζει πια στην Αθήνα, γνωρίζεται στο σουπερμάρκετ με την Μαρία, κουρασμένη νοικοκυρά που παλεύει με τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Ο ξένος γοητεύεται από την αυθόρμητη Ελληνίδα, και η μετ’ εμποδίων αγγλο-ελληνική επαφή τους –πάντα μέσα ή γύρω από το σουπερμάρκετ– είναι γεμάτη τρυφεράδα, αλληλοσεβασμό και χιούμορ. Διότι, παρά τη μεταμόρφωσή της σε σχέση με τους τηλεοπτικούς της ρόλους, η Καβογιάννη ξέρει να βγάζει γέλιο με ένα απλό σήκωμα των φρυδιών ή μια τόση δα ατάκα. 

Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι τρεις αυτές φαινομενικά ανεξάρτητες ιστορίες θα καταλήξουν σε κοινό δραματουργικό κρεσέντο, ένας από αυτούς τους έρωτες θα σβήσει τραγικά, ενώ τα κεράκια του Επιτάφιου –μια εικόνα πίστης (όχι απαραίτητα θρησκευτικής) που παρεισφρέει και στις τρεις ιστορίες– πασχίζουν να κρατήσουν την ανθρώπινη ελπίδα άσβεστη. Και κινηματογραφικά, τουλάχιστον, το πετυχαίνουν απόλυτα.

Τατιάνα Καποδίστρια