ΣΑΒΒΑΤΟ 19 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2017
Κινηματογράφος | Ταινίες

Που πάω, Θεέ μου; , 2016 (Quo vado?)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Τζενάρο Νουντζιάντε
Σενάριο
Τζενάρο Νουντζιάντε, Κέκο Ζαλόνε
Πρωταγωνιστούν
Κέκο Ζαλόνε, Ελεονόρα Τζοβανάρντι, Σόνια Μπεργκαμάσκο, Μαουρίτσιο Μικέλι, Λίνο Μπάνφι, Λουντοβίκα Μοντούνιο
Διάρκεια
86
Χώρα
Ιταλία
Είδος
Κωμωδία
Πρεμιέρα
28 Ιουλίου 2016

Η κρατική αναδιοργάνωση ωθεί βολεψάκια δημόσιο υπάλληλο σε δυσμενέστατη μετάθεση, προκειμένου να μη χάσει την καρέκλα του, σε αυτή την υπερβολικά «λαϊκή» ιταλιάνικη κωμωδία, που σίγουρα «μυρίζει» πολύ Ελλάδα…

Ο Κέκο Ζαλόνε –που, παρεμπιπτόντως, πρωτοέγινε δημοφιλής χάρη σε ένα ποδοσφαιρο-ξεσηκωτικό άσμα στο Μουντιάλ του 2006, το οποίο και κέρδισε η Σκουάντρα Ατζούρα– είναι ένας λαϊκός κωμικός. Όχι τόσο στο στυλ του Θανάση Βέγγου, ή του Ρομπέρτο Μπενίνι, ξερωγώ. Μάλλον σε Μάρκο Σεφερλή φέρνει, φοβάμαι. Εντάξει, στο πιο ραφινάτο –όπως και καθετί ιταλικό, άλλωστε. Στη νέα του ταινία, η οποία έσπασε ταμεία φέτος στη γειτονική χώρα, υποδύεται τον… Κέκο Ζαλόνε, έναν μαμάκια, εργένη δημόσιο υπάλληλο, που ζει ακόμα στο πατρικό κι έχει παιδιόθεν γαλουχηθεί με το ιδανικό της «θεσούλας στο δημόσιο». Όπου, τα ξύνει κανονικά, βέβαια.

Η οικονομική κρίση, ωστόσο, και η νέα διακυβέρνηση που κάνει ασάλιωτες περικοπές στο δημόσιο τον φέρνουν ενώπιον της οικειοθελούς αποχώρησης με καλούτσικη αποζημίωση. Ο Κέκο, όμως, οιστρηλατημένος από τον γερουσιαστή-βύσμα του (Μπάνφι), δεν αφήνει με τίποτα την καρέκλα. Η κρατική υπάλληλος (Μπεργκαμάσκο, η μόνη που πλάθει πιστευτό χαρακτήρα) που τον έχει αναλάβει, όλο και ανεβάζει το ποσό της αποζημίωσης, αλλά ο Κέκο δεν τσιμπάει. Κι ακολουθούν απανωτές άθλιες μεταθέσεις του. Μέχρι που τον στέλνουν στον Αρκτικό Κύκλο, στην υπηρεσία της όμορφης ιταλίδας οικο-επιστημόνισσας, Βαλέρια (Τζοβανάρντι). Κι εκεί ο Κέκο θα ερωτευτεί. Τη Βαλέρια, αλλά και τον νορβηγικό υψηλό πολιτισμό. Που δεν κορνάρει μόλις ανάψει πράσινο, που λειτουργεί ρολόι, που σέβεται την ουρά, ή τις επιλογές του ατόμου (τα τρία παιδιά της Βαλέρια ανήκουν σε διαφορετικούς μπαμπάδες, διαφορετικές φυλές και διαφορετικό θρήσκευμα, ας πούμε)… Με το που θα πλακώσει ο χειμών, όμως, ο Κέκο θα νοσταλγήσει την πατρίδα. Το φαΐ της μανούλας. Το ιταλικό μπάχαλο/ μέσο/ χύμα…

Η διεκπεραιωτική σκηνοθεσία του Νουντζιάντε αφήνει τον υποκριτικά μέτριο Ζαλόνε ν’ αλωνίζει, σε μια αέναη διακωμώδηση των δεινών της ιταλικής πραγματικότητας. Τα οποία, βέβαια, δικαιώνουν περίτρανα το «una faccia, una razza», συνεπώς το φιλμ «μιλάει» πολύ στον έλληνα θεατή. Δυστυχώς, όμως, του μιλάει με εκείνον τον εύκολο κι απωθητικά λαϊκό τρόπο. Γελάς, βέβαια, κάπου-κάπου. Αλλά, με μπόλικη προσπάθεια, γελάς και με τον Σεφερλή.

Φωτογραφίες