ΤΕΤΑΡΤΗ 20 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2017
Κινηματογράφος | Ταινίες

Park , 2016

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Σοφία Εξάρχου
Σενάριο
Σοφία Εξάρχου
Πρωταγωνιστούν
Δημήτρης Κίτσος, Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Ενούκι Γκβενετάτζε, Λένα Κιτσοπούλου, Γιώργος Παντελεάκης, Τόμας Μπο Λάρσεν
Διάρκεια
100
Χώρα
Ελλάδα
Είδος
Δράμα
Πρεμιέρα
09 Μαρτίου 2017

Η «άγρια» ζωή κάτι παιδιών που ζουν στο ρημαγμένο Ολυμπιακό Χωριό της Αθήνας, σ’ ένα σκηνοθετικό ντεμπούτο με δυνατές εικόνες, ατμοσφαιρική φωτογραφία, αλλά εντελώς δήθεν σενάριο και ανύπαρκτη αφήγηση.

Βραβευμένη ως πρωτοεμφανιζόμενη σκηνοθέτις στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν, η Εξάρχου, σ’ αυτήν την παρθενική της μεγάλου μήκους ταινία, επιδεικνύει σκηνοθετικές αρετές και ενδιαφέρουσα «ματιά». Το τεράστιο πρόβλημα του «Πάρκου» της, ωστόσο, είναι το ίδιο που ταλανίζει το ημεδαπό σινεμά από το τέλος του «παλιού ελληνικού κινηματογράφου» και δώθε: κωδικός- «σενάριο». Ανύπαρκτο, χωρίς κλιμάκωση ή κατεύθυνση, με αψυχολόγητες ποιητικίζουσες ατάκες (οκέι, λίγες), συν, ως έξτρα μπόνους, εκείνη την κατηφή δηθενιά που προκρίνει μονίμως δύστοκες/ περιθωριακές/ εξεζητημένες/ ψιλοβίαιες εκφάνσεις της ζωής στην Παλαιοκώσταινα. Βρισκόμαστε στο ξεχαρβαλωμένο Ολυμπιακό Χωριό, δέκα χρόνια μετά τα κλέη των Αγώνων του 2004. Με την κάμερα συνήθως στο χέρι (ωραία φωτογραφία της Μόνικα Λενσέβσκα), και το γλυκό φως του αττικού καλοκαιρινού δειλινού να ποτίζει την οθόνη, παρακολουθούμε καμιά ντουζίνα αγόρια, προεφηβικής και εφηβικής ηλικίας, που ζούνε στα κτίσματα που παραχώρησε η πολιτεία σε άπορους. Γονείς, ή κάποια υποψία ενήλικης παρουσίας δεν βλέπουμε ποτέ. Εξαίρεση, η «ακατάλληλη» μάνα (Κιτσοπούλου) του 17χρονου Δημήτρη (Κίτσος), μια μονίμως καλοχτενισμένη και κιτς ντυμένη γυναίκα που «τραβιέται» μ’ έναν μαρμαροτεχνίτη (Παντελεάκης), στου οποίου το εργαστήρι δουλεύει για λίγο ο εν λόγω 17άρης. Στο πλευρό του Δημήτρη, που είναι ο άτυπος πρωταγωνιστής του φιλμ, η Άννα (η διακεκριμένη «θεατρική» Βλαγκοπούλου), μια πρώην αθλήτρια ενόργανης και νυν λαϊκιά bimbo, που επίσης ζει στα μεταολυμπιακά χαλάσματα.

Τώρα, τι συμβαίνει, ε; Χμμμ, διάφορα και κατά βάση τίποτα. Μέσα από καλό μοντάζ (του Γιώργου Μαυροψαρίδη και της σκηνοθέτιδας) παρακολουθούμε: τα παιδιά σε αυτοσχέδια αθλήματα στον ρημαγμένο στίβο του Χωριού, τα παιδιά να κάνουν όλα μαζί ντους (με σορτσάκια;) ή να πλακώνονται και να «οχλαγωγούν» γενικώς. Άλλοτε, τον Δημήτρη και την Άννα να πηδιούνται (ωραία σκηνή), να ψευτοσυζητάνε, ή να εκδράμουν στα ξενοδοχεία της παραλιακής ζώνης ανάμεσα σε κιτς ρώσους τουρίστες και μπεκρο-Εγγλέζους οπαδούς της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Α, παίζει κι ένα υπο-στόρι με τον Άρη, τον ευσταλή σκύλο ράτσας που έχουν βρει τα παιδιά και τον οποίον ζευγαρώνουν επί πληρωμή με κατοικίδια «αστών». Και κάθε τόσο, πέφτει κι ένας χορός (παρεμπιπτόντως, ωραία η μουσική του The Boy). Αγριότητα, ανία, πενιχρή λεκτική επικοινωνία και μια διάχυτη υπαρξιακή δυσθυμία αναβλύζει από τις εικόνες-σεκάνς της Εξάρχου. Είναι δυνατές –σε αντίθεση με τις ερμηνείες, που, υποθέτω, προϋπέθεταν κάποιο βαθμό αυτοσχεδιασμού από πλευράς των ανήλικων ερασιτεχνών πρωταγωνιστών¬– αλλά δεν κατατείνουν πουθενά. Ένα ξόδεμα χωρίς λόγο ύπαρξης –κάπως σαν τις ζωές των χαμένων αυτών παιδιών. Μόνο που υποτίθεται ότι η ταινία, κατά δήλωσή της Εξάρχου, «διατρέχει το “ένδοξο” παρελθόν της χώρας, έως την παρακμή του σήμερα παρουσιάζοντας μια κοινωνία, που ήταν απροετοίμαστη για τη βίαιη πτώση». Ούτε καν…

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες