ΔΕΥΤΕΡΑ 21 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2017
Κινηματογράφος | Ταινίες

The Last Face , 2016

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Σον Πεν
Σενάριο
Έριν Ντίγκμαν
Πρωταγωνιστούν
Σαρλίζ Θερόν, Χαβιέρ Μπαρδέμ, Ζαν Ρενό, Αντέλ Εξαρχόπουλος, Τζάρεντ Χάρις
Διάρκεια
130
Χώρα
Ηνωμένες Πολιτείες
Είδος
Ερωτικο-πολεμικό δράμα
Πρεμιέρα
16 Μαρτίου 2017

Μια ασύντακτη τρικυμία εν κρανίω (και εν οθόνη), που υποτίθεται στηλιτεύει την αδιαφορία της Δύσης για τη σπαρασσόμενη Δυτική Αφρική, αλλά προωθεί ξεδιάντροπα ένα κιτς, μαξιμαλιστικό αμόρε μεταξύ δυο λευκών γιατρών-εθελοντών.

Η… μαύρη αλήθεια είναι, πως αν δεν υπήρχε (στα περισσότερα πλάνα –κοντινά, ολόσωμα, κομψά, ατίθασα), η υπέροχη Σαρλίζ και, άντε, και κάτι άκρως ρεαλιστικές σκηνές πολεμικής θηριωδίας ή ιατρικών πράξεων στην κόλαση της Δ. Αφρικής, η ταινία θα «άξιζε» ακόμη μικρότερη βαθμολογία. Είναι σαφές ότι ο υπερσυναισθηματικός Πεν γύρισε αυτήν την πολύ κακή ταινία οιστρηλατημένος από α) τον έρωτά του για την τότε σύντροφό του, και β) τον πολυδιαφημισμένο ακτιβισμό του περί προσφύγων και ξεσπιτωμένων αναξιοπαθούντων ανά τον κόσμο γενικώς.
Ακολουθώντας μια τουλάχιστον μπερδεμένη χρονική ακολουθία (προσωπικά, είχα ως μπούσουλα το μαλλί της Θερόν, που άλλαζε ελαφρώς ανάλογα με την εκάστοτε περίοδο) και κάνοντας κατάχρηση σπουδαιοφανών voice-over, το καταγέλαστο σενάριο της Ντίγκμαν μάς αφηγείται ουσιαστικά την και -καλά παθιασμένη σχέση μεταξύ της Νοτιοαφρικανής γιατρού- ακτιβίστριας, Ρεν Πίτερσεν (Θερόν) και του Ισπανού Γιατρού-του-Κόσμου, Μιγκέλ Λεόν (Μπαρδέμ). Κι ενώ οι δυο λευκοί αστέρες γνωρίζονται, ερωτεύονται, χωρίζουν, και ξανασμίγουν μεταξύ Λιβερίας, Σιέρα Λεόνε και Νότιου Σουδάν (υπάρχει κι ένα κομμάτι φιλμαρισμένο στο εντελώς χλιδάτο πατρικό της Ρεν στη Νότιο Αφρική), γύρω τους μαίνεται η χρόνια ανθρωπιστική τραγωδία της Δυτικής Αφρικής: «φτιαγμένοι» ντόπιοι αντάρτες που ξεκληρίζουν ομοεθνείς τους, βομβαρδισμοί αμάχων, σακατεμένα ορφανά, και λογής-λογής κατεπείγουσες ιατρικές πράξεις (μέχρι και καισαρική, νύχτα στο χώμα, έχει το μενού), όλα λειτουργούν ως φόντο-ξεκάρφωμα για το απολύτως πρωτοκοσμικό ειδύλλιο των δυο πρωταγωνιστών-εθελοντών.

Όπως είδαμε στο πολύ καλό περσινό «Λευκοί ιππότες» του Λαφός, μια ταινία μπορεί κάλλιστα να εκτυλίσσεται στην σπαρασσόμενη Αφρική, αλλά να αφορά τα ντεσού των εκεί δραστηριοποιούμενων ανθρωπιστικών οργανώσεων. Επίσης, μια ταινία, ακόμη κι όταν δεν είναι ντοκιμαντέρ, μπορεί να επιστρατεύει ωμό ρεαλισμό στην προσπάθειά της να περιγράψει την σοβούσα τραγωδία της Μαύρης Ηπείρου –την οποία, ναι, οι Δυτικοί συνήθως περνούν στο ντούκου. Η ταινία του Πεν τα κάνει και τα δύο. Και δεν πειράζει. Εκείνο που πειράζει, όμως, πάρα πολύ είναι ότι όλα τα παραπάνω (όπως και η μέτρια Εξαρχόπουλος, που ενσαρκώνει φευγαλέα μια πρώην του Μιγκέλ, που προσβάλλεται από τον ΗΙV, σε μια ακόμη ρηχή προσπάθεια να μπει και το θέμα της αφρικανικής επιδημίας AIDS στο κάδρο) απλώς κρατάνε το φαναράκι στους δυο λευκούς ουμανιστές-σταρ. Χώρια, δηλαδή, που και αμιγώς κινηματογραφικά η ταινία είναι καραμέτρια.

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες