Κινηματογράφος | Ταινίες

Suburbicon , 2017

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Τζορτζ Κλούνεϊ
Σενάριο
Τζόελ και Ίθαν Κόεν (και Τζορτζ Κλούνεϊ και Γκραντ Χέσλοβ)
Πρωταγωνιστούν
Ματ Ντέιμον, Τζουλιάν Μουρ, Νόα Τζουπ, Όσκαρ Άιζακ, Γκάρι Μπαζάραμπα, Γκλεν Φλέσερ, Άλεξ Χάσελ, Καρίμα Ουέστμπρουκ
Διάρκεια
104
Χώρα
Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο
Είδος
Δράμα μυστηρίου
Πρεμιέρα
26 Οκτωβρίου 2017

Ένα έγκλημα πάθους και οι εντεινόμενες ρατσιστικές εκδηλώσεις κατά των πρώτων μαύρων γειτόνων ταρακουνάνε ένα ειδυλλιακό αμερικανικό προάστιο του 1957, σε μια κομψή, καλοδομημένη, αλλά όχι αξέχαστη ταινία.

Τέλη της δεκαετίας του ’50, και ένα εισαγωγικό, ηθελημένα ρετρο-κιτς διαφημιστικό φιλμάκι μας συστήνει –μέσα από χαρακτηριστική ανδρική «φωνή ευτυχίας»– το ευήλιο προάστιο Suburbiconˑ έναν ροζ μπον-μπόν αλφαδιασμένο, μικροαστικό παράδεισο που συμπυκνώνει όλη την στιλπνή σαν φορμάικα κενότητα της μεταπολεμικής Αμερικής. Εδώ κατοικεί η οικογένεια Λοτζ: ο οικονομολόγος πατέρας Γκάρντνερ (Ντέιμον), η ξανθιά Ρόουζ (Μουρ, πολύ καλή), η γυναίκα του που κινείται με αναπηρικό καροτσάκι μετά από τροχαίο, ο 10χρονος γιός τους, Νίκι (Τζούπ), και η Μάργκαρετ (Μουρ και πάλι, με άλλο μαλλί και περισσότερο μακιγιάζ), η καστανή, πιο αεράτη δίδυμη αδελφή της ανάπηρης. Η ταινία –που προέρχεται από παλιότερο αχρησιμοποίητο σενάριο των αδελφών Κόεν, συνιστώντας έναν, τρόπον τινά, προπάτορα του «Φάργκο»– ακολουθεί δυο παράλληλες διαδρομές. Από τη μία, λειτουργεί ως οικογενειακό ηθογραφικό δράμα που εκτραχύνεται σε αστυνομικό θρίλερ, αφού η Μάργκαρετ θα πεθάνει μετά από εισβολή-επίθεση δυο άγνωστων διαρρηκτών (Φλέσερ και Χάσελ) στο αψεγάδιαστο σπίτι τους… Γιατί, όμως, ο μπαμπάς και η θεία (θεωρητικά συντετριμμένοι και οι δυο) δεν αναγνωρίζουν τους δυο κλέφτες-δολοφόνους στην αναγνώριση στο αστυνομικό τμήμα; Τι κακό θα τον βρει τον υπερφίαλο ασφαλιστή-ελεγκτή αποζημιώσεων (ο Άιζακ σε κεφάτη ερμηνεία), όταν ξεφουρνίσει στην Μάργκαρετ τις υποψίες του για ανάμιξη του Γκάρντνερ στον θάνατο της γυναικός του; Και, τελικά, όταν άναψε το φως του υπογείου ο μικρός Νίκι, τι έκαναν η θεία, σκυμμένη μπροστά με τα βρακιά στους αστραγάλους, και ο μπαμπάς, αναψοκοκκινισμένος από πίσω της να χτυπάει τα γυμνά της πισινά με κόκκινη ρακέτα του πινγκ-πονγκ,; 

Παράλληλα, όμως, με το ως άνω αστυνομικό μυστήριο –που συνδυάζει ωραία μαύρο χιούμορ με σασπένς– εκτυλίσσεται, κάπως στο περιθώριο, μια αντιρατσιστική καταγγελία. Διότι στο διπλανό home, sweet home των Λοτζ έχει μόλις μετακομίσει η επίσης τριμελής οικογένεια Μάγιερς που, Θεός φυλάξοι, είναι μαύροι! Τι μαύροι; Αραπάδες τελειωμένοι… Εξού και οι ανησυχούντες οικογενειάρχες του Σαμπέρμπικον μαζεύονται όλο και περισσότερο έξω από το σπίτι των Μάγιερς, ασχημονώντας, φωνάζοντας συνθήματα, και τραγουδώντας εμφυλιακά τραγούδια των Νοτίων… Η αλήθεια είναι πως αυτή η σύζευξη του μαύρου σαρκασμού των Κόεν με την πολιτικοποιημένη ματιά του Κλούνεϊ δεν λειτουργεί εντελώς. Η ταινία, βέβαια, έχει στυλ, ωραίους διαλόγους, καταπληκτική μουσική του μάγου Ντεσπλά, καθώς και μια αναπόδραστη συμπαγή μαυρίλα πίσω από την ροζ αγαθιάρικη βιτρίνα των φίφτις. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Κλούνεϊ δεν μας δείχνει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί –με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. 

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες