Κινηματογράφος | Ταινίες

Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού , 2017 (The Killing of a Sacred Deer)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Γιώργος Λάνθιμος
Σενάριο
Γιώργος Λάνθιμος, Ευθύμης Φιλίππου
Πρωταγωνιστούν
Κόλιν Φάρελ, Νικόλ Κίντμαν, Μπάρι Κιόγκαν, Ράφι Κάσιντι, Σάνι Σάλτζικ, Μπιλ Καμπ, Αλίσια Σίλβερστοουν
Διάρκεια
121
Χώρα
Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία
Είδος
Ψυχολογικό δράμα μυστηρίου
Πρεμιέρα
02 Νοεμβρίου 2017

Μια ασύλληπτη μεταφυσική εκδίκηση αναγκάζει έναν οικογενειάρχη-μεγαλογιατρό να θυσιάσει ό,τι πολυτιμότερο έχει, σε αυτή την αψεγάδιαστα φιλμαρισμένη, δεξιοτεχνικά σκηνοθετημένη και εξαιρετικά παιγμένη λανθιμική ταινία, που είναι άκοπα η καλύτερή του.

Αν και ανήκω σε αυτούς που είχαν εντυπωσιαστεί ήδη από τον «Κυνόδοντα», τούτη δω η πέμπτη ταινία του Λάνθιμου καταδεικνύει (σε πείσμα κάθε αντίλογου, νομίζω) πόσο σπουδαίος κινηματογραφιστής είναι. Όχι βέβαια, επειδή έπιασε την καλή έξω και τώρα τον ξατρέχουν χολιγουντιανοί αστέρες και ευρωπαϊκά φεστιβάλ. Ούτε, όμως, επειδή η νέα του δουλειά πιστοποιεί την τεράστια πρόοδό του σε τεχνικό και αφηγηματικό επίπεδο. Εκείνο που, κατ’ εμέ, αποτελεί το μεγαλύτερο εύσημο για τον 44χρονο Έλληνα σκηνοθέτη είναι ότι όλα τα παραπάνω τα σκόραρε χωρίς να νερώσει την ολόδική του ιδιόλεκτοˑ χωρίς να ξεστρατίσει από το δικό του weird μονοπάτι. Η νέα δημιουργία του Λάνθιμου (και του Φιλίππου, βεβαίως-βεβαίως), που εκτυλίσσεται και γυρίστηκε στις ΗΠΑ, είναι, και πάλι, μια οικογενειακή τραγωδία. Εκφέρεται με ανατομική ψυχρότητα, αψεγάδιαστη κινηματογράφηση, βαθιά ποίηση, κι εκείνη την χαρακτηριστική παιγνιώδη αμφισημία του λανθιμικού σύμπαντος. Πραγματεύεται το τίμημα των πράξεών μας, μέσα από μια μοναδική κατασκευή που συνδυάζει κλασικό «σπιτίσιο» θρίλερ αγωνίας με… τον αρχαιοελληνικό μύθο της θυσίας της Ιφιγένειας. Πρόκειται για ταινία αναπόδραστα συμπαγή (σε αντίθεση με τον «Αστακό»), η οποία σε πιάνει από το εναρκτήριο πλάνο –μια ανθρώπινη καρδιά που πάλλεται δίπλα σε χειρουργικά νυστέρια υπό τους ήχους του Stabat Mater του Σούμπερτ– και σε κρατάει πισθάγκωνα για ώρες, μέρες μετά…  

Ο Στίβεν Μέρφι (Φάρελ) είναι ο διαπρεπής καρδιοχειρουργός που έχει μόλις σενιάρει την προρρηθείσα καρδιά. Ζει με την όμορφη, οφθαλμίατρο γυναίκα του, Άνα (Κίντμαν), την 13χρονη κόρη τους, Κιμ (Κάσιντι), και τον μικρότερο, Μπομπ (Σάλτζικ), σε μια σπιταρόνα στα προάστια του Σινσινάτι. Η τάξη, η ευζωία, ακόμη και η αγάπη των Μέρφι εκφράζονται μέσα από την γνωστή ρομποτική ομιλία του σκηνοθέτη, με λακωνικές φράσεις που σχεδόν ποτέ δεν αποκαλύπτουν το αληθινό υφέρπον συναίσθημα του ομιλητή. Συγχρόνως, βλέπουμε τον Στίβεν να διατηρεί μια σιβυλλική σχέση με τον 16χρονο Μάρτιν (Κιόγκαν), ένα λαϊκό παιδί με κυνηγημένο βλέμμα και χωρίς πατέρα, στο οποίο ο καρδιοχειρουργός προσφέρει δώρα, χρόνο, και γεύματα. Κάποια στιγμή, μάλιστα, ο Στίβεν καλεί τον νεαρό στο σπίτι για δείπνο, όπου γνωρίζεται με την υπόλοιπη οικογένεια, με αποτέλεσμα η καραέφηβη Κιμ να τσιμπηθεί μαζί του. Όμως ο Μάρτιν κάτι θέλει από τον γιατρό. Κι ο Στίβεν το διαισθάνεταιˑ και λίγο αργότερα, το ακούει ξεκάθαρα από τον ίδιο τον μικρό, σε μια ανατριχιαστικά αποτελεσματική σκηνή που συμπυκνώνει τον μύθο της ταινίας… Ένα φρικτό δίλημμα σκάει στα μούτρα του μεγαλογιατρού, μια αποτρόπαιη μεταφυσική εκδίκηση, που σχετίζεται με το αλκοολικό παρελθόν του χειρούργου, απαιτεί μια θυσία βγαλμένη από αρχαία τραγωδία –ενώ η Κιμ και ο Μπομπ αρχίζουν να παραλύουν στα κάτω άκρα, να αδυνατίζουν, και να σέρνονται στο πάτωμα σαν φώκιες έξω απ’ το νερό… Ο επίλογος θα δοθεί με μια οπλισμένη καραμπίνα που στριφογυρίζει στα τυφλά σε ένα δωμάτιο, όπου βρίσκονται οι πέντε αυτοί τραγικοί χαρακτήρες.

Πέρα από το έξοχο, ερμητικά σφραγισμένο και ταυτόχρονα ορθάνοιχτο σενάριο (που βραβεύτηκε στις Κάννες), η ταινία υπηρετείται από φοβερό σάουντρακ, κορφολογώντας από συμφωνικές συνθέσεις κλασικών ή σύγχρονων συνθετών. Κι έχει κι έναν καταπληκτικό Θύμιο Μπακατάκη στη διεύθυνση φωτογραφίας, που «τρέχει» ανησυχητικά πίσω απ’ τον Στίβεν στους πάλλευκους διαδρόμους του νοσοκομείου, που στέκει παράμερα ή υπό γωνία παρατηρώντας τα πάσχοντα πρόσωπα, ή που ανοίγει το πλάνο έως το πανύψηλο ταβάνι ενός κτιρίου για να καταγράψει, από τόσο μακριά, την παράλυση του μικρού Μπομπ. Και δίπλα στην ιδιοφυή μαγκιά του Λάνθιμου –που καταφέρνει να συνδυάσει την «Μέρα της μαρμότας» (ναι, την γνωστή ταινία) και τις τρίχες μια μασχάλης με τις αμαρτίες γονέων που παιδεύουν τέκνα, ή με την αποξένωση μιας kinky ερωτικής πράξης–, οι ηθοποιοί στέκονται στο ύψος (ή το απύθμενο βάθος) της περίστασης. Ο Φάρελ, καλύτερος από ποτέ (κι εντελώς διαφορετικός από ότι στον «Αστακό»), η Κίντμαν μεστή και πολυεπίπεδη μετά από καιρό, η μικρή Κάσιντι, μια υποκριτικά αλάνθαστη ζωντανή κούκλα. Αλλά είναι ο αυτοδίδακτος Ιρλανδός Κιόγκαν (τον είδαμε στο «’71» και στην «Δουνκέρκη») με την τραχιά κι ευαίσθητη φάτσα «του δρόμου», που ξεχωρίζει περισσότερο απ’ όλους στον πιο δισυπόστατο και κομβικό ρόλο της ταινίας. 

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες