Κινηματογράφος | Ταινίες

Λαίδη Μάκμπεθ , 2016 (Lady Macbeth)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Ουίλιαμ Όλντροϊντ
Σενάριο
Άλις Μπερτς
Πρωταγωνιστούν
Φλόρενς Πιού, Κόσμο Τζάρβις, Πολ Χίλτον, Ναόμι Άκι, Κρίστοφερ Φέρμπανκ, Γκόλντα Ρόσουβελ, Άντον Πάλμερ
Διάρκεια
88
Χώρα
Ηνωμένο Βασίλειο
Είδος
Ερωτικό δράμα εποχής
Πρεμιέρα
30 Νοεμβρίου 2017

Λιτή μα ψαγμένη ατμόσφαιρα, ωραία φωτογραφία, και θαυμάσια πρωταγωνίστρια συνυπογράφουν αυτή την αξιοπρόσεκτη παρθενική σκηνοθεσία του Όλντροϊντ, για μια νεαρή παντρεμένη που επαναστατεί μαξιμαλιστικά στην βικτωριανή Αγγλία.

Με όχημα την διάσημη νουβέλα του Νικολάι Λέσκοφ «Η λαίδη Μακμπέθ του Μτσενσκ» ο Άγγλος θεατρικός σκηνοθέτης Όλντροϊντ πραγματοποιεί ένα πολύ εντυπωσιακό σινεματικό ντεμπούτο. Η ταινία του είναι ένα σαγηνευτικό βικτωριανό νουάρ, ένα λιτά ατμοσφαιρικό μείγμα από καταπίεση, σεξ, φόνους, χειραγώγηση, και «πειραγμένα» ψήγματα πρωτοφεμινισμού και ρατσιστικών διακρίσεων. Στο Νορδάμπερλαντ της βορειοανατολικής Αγγλίας εν έτει 1856, η 19χρονη Κάθριν (Πιού, εξαιρετική) σύρεται σε έναν γάμο συμφέροντος με τον πολύ μεγαλύτερό της, Αλεξάντερ (Χίλτον). Ο οποίος ούτε καν να την απαυτώσει δεν μπορεί… Πόσω μάλλον, να δώσει νόημα τη ζωή της. Κατά την μακρά απουσία του συζύγου από το ερημικό σπίτι, και όντας υπό την επίβλεψη του επιεικώς αυστηρού πεθερού της (Φέρμπανκ), η Κάθριν αρχίζει να επαναστατεί. Αρχικά υπόκωφα και ανώδυνα, αψηφώντας, λόγου χάρη, την απαγόρευση για βόλτα μόνη στην εξοχή, ή κυκλοφορώντας χωρίς τους υποχρεωτικούς σφιχτούς κορσέδες. Σύντομα, όμως, η αδήριτη ανάγκη της νεαρής να πάρει τη ζωή της στα χέρια της θα εκδηλωθεί σαρωτικά με ένα απροκάλυπτο «πέσιμο» στον Σεμπάστιαν (Τζάβρις), τον ωραίο μιγά που δουλεύει στα χωράφια τους. Οι δυο ξαναμμένοι νέοι δε θα μείνουν στο περιστασιακό σεξ. Μεταξύ τους χτίζεται κάτι σαν εξωσυζυγικός δεσμός εποχής, κάτω από τα μάτια της έντρομης μαύρης υπηρέτριας (Άκι). Κι όταν πεθερός και σύζυγος θα πάρουν χαμπάρι τι παίζει, και θα επιχειρήσουν να επιβάλουν την τάξη, η Κάθριν, με την απρόθυμη συνενοχή του εραστή της, θα αντεπιτεθεί. Βίαια, αιματηρά και όλως… σαιξπηρικά. Στο δε φινάλε, ο Όλντροϊντ και η σεναριογράφος του ηθελημένα αποκλίνουν από την «ηθική» διευθέτηση της νουβέλας, που τιμωρεί την ηρωίδα, αφήνοντας το τέλος ανοιχτό και αμφίσημο –τούτη η λαίδη Μακμπέθ μπορεί και να τα κατάφερε. 

Χωρίς ούτε μια νότα μουσικής υπόκρουσης και με το φακό του Άρι Ουέγκνερ να παραμένει κυρίως μέσα στο κλειστοφοβικό, σπαρτιάτικο αρχοντικό, η ταινία δημιουργεί μια αναπόδραστα συμπαγή ατμόσφαιρα καταπίεσης. Και η εξαιρετική, μετρημένη μα πολυεπίπεδη ερμηνεία της Πιού χτίζει μια εξίσου συμπαγή, αλλά αμφιλεγόμενη ηρωίδα, με την οποία δεν μπορείς ούτε να ταυτιστείς, μα ούτε και να αηδιάσεις. Ένας σκοτεινός αμοραλισμός βασιλεύει σε αυτό το γοτθικό μελόδραμα. Και σε παρασέρνει θέλοντας και μη. 

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες