ΚΥΡΙΑΚΗ 18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2018
Κινηματογράφος | Ταινίες

Η Πιο Σκοτεινή Ώρα , 2017 (Darkest Hour)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Τζο Ράιτ
Σενάριο
Άντονι ΜακΚάρτεν
Πρωταγωνιστούν
Γκάρι Όλντμαν, Μπεν Μέντελσον, Στίβεν Ντιλέιν, Κρίστιν Σκοτ Τόμας, Λίλι Τζέιμς, Ρόναλντ Πίκαπ, Σάμιουελ Ουέστ
Διάρκεια
125
Χώρα
Ηνωμένο Βασίλειο
Είδος
Βιογραφικό δράμα
Πρεμιέρα
18 Ιανουαρίου 2018

Ο σκάρτος μήνας του 1940, κατά τον οποίον ο Τσόρτσιλ ανέλαβε την πρωθυπουργία της Βρετανίας και θεμελίωσε την νίκη κατά του Χίτλερ, σε μια στιβαρή, «συναισθηματική» ταινία με αριστουργηματικό πρωταγωνιστή.

Στις 10 Μαΐου 1940, ο τότε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, Νέβιλ Τσάμπερλεϊν (Πίκαπ, καλός), αναγκάστηκε σε παραίτηση, την ίδια ώρα που τα γερμανικά στρατεύματα τσαλαπατούσαν την ηπειρωτική Ευρώπη και κοντά 300.000 βρετανοί στρατιώτες βρίσκονταν εγκλωβισμένοι στην παραλία της γαλλικής Δουνκέρκης. Μετά την απροθυμία του λόρδου Χάλιφαξ (Ντιλέιν) να αναλάβει την πρωθυπουργία, ο κλήρος έλαχε στον Ουίνστον Τσόρτσιλ (Όλντμαν, απερίγραπτα καλός, βλέπε παρακάτω), ο οποίος, όχι μόνο είχε αντιπάθειες μέσα στο κόμμα των Συντηρητικών, αλλά και τον σκεπτικισμό του βασιλιά Γεώργιου του ΣΤ’ (Μέντελσον, εξαιρετικός) απέναντί του. Τελικώς, μέσα σε 25 μέρες, o Τσόρτσιλ πέτυχε όχι μόνο να γίνει (προσωρινά) αποδεκτός από το πολιτικό και πολιτειακό προσωπικό, όχι μόνο να εμψυχώσει τους συμπατριώτες του απέναντι στην ναζιστική λαίλαπα, αλλά, πρωτίστως, να διατηρήσει την Βρετανία μακριά από διαπραγματεύσεις συνθηκολόγησης με τον εκπρόσωπο του Μουσολίνι (για λογαριασμό του Φίρερ, πάντα), επιλογή για την οποία πίεζαν ο Χάλιφαξ και άλλοι κοινοβουλευτικοί. Και ήρθε μετά το θριαμβευτικό κερασάκι με την επιτυχή εκκένωση της Δουνκέρκης από ιδιωτικά πλεούμενα (η ταινία ισχυρίζεται ότι επρόκειτο για ιδέα του ίδιου του Τσόρτσιλ) κι έμεινε αυτός ο οξυδερκής, εκκεντρικός και παρρησιαστικός πολιτικός άνδρας στην ιστορία ως «πατέρας της νίκης» –μαζί με τους τρεις ιστορικούς λόγους του σε ραδιόφωνο και κοινοβούλιο.

Με αυτό το καθοριστικό για την έκβαση του Β’ Παγκόσμιου χρονικό διάστημα καταπιάνεται αποκλειστικά η ταινία του Ράιτ. Και αν και βλέπουμε απανωτές συσκέψεις κεκλεισμένων των θυρών παρακολουθώντας τις κινήσεις διαφόρων καίριων παικτών στην πολιτικοστρατιωτική σκακιέρα της εποχής, η ταινία είναι, κατά βάση, ένας ύμνος στην ανάδελφη προσωπικότητα του σερ Ουίνστον Λέναρντ Σπένσερ-Τσέρτσιλ. Και ο Όλντμαν μεταλλάσσεται κανονικά σε Τσόρτσιλ δίνοντας την κορυφαία ερμηνεία της καριέρας του (δύσκολα θα το χάσει το Όσκαρ). Με την συμβολή του Καζουχίρο Τσούτζι –του ιάπωνα μάγου των ειδικών εφέ, που είχε, λέει, αποσυρθεί από το 2012 και επανέκαμψε εκτάκτως κατόπιν προσωπικού αιτήματος του Όλντμαν–, ο άγγλος ηθοποιός μεταμορφώνεται εξωτερικά στον ευτραφή εμβληματικό πολιτικό (μόνο όταν βγάζει τα γυαλιά του μπορείς να διακρίνεις κάπου στο βάθος τα μάτια του Όλντμαν), ενώ η χαρακτηριστική εκφορά του λόγου, η κίνηση, και οι ψυχολογικές μεταπτώσεις του Τσόρτσιλ πηγάζουν, βέβαια, από το ταλέντο του 59χρονου ηθοποιού. Θαυμάσια στο πλευρό του, η Τόμας, ως Κλημεντίνη Τσόρτσιλ –οι διάλογοι μεταξύ των δυο συζύγων είναι όλα τα λεφτά: «Γερνάμε, Ουίνστον», του λέει τρυφερά κάποια στιγμή εκείνη. «Εσύ γερνάς», της αντιτάσσει ο αθεόφοβος Τσόρτσιλ. Επίσης εξαιρετικός, ο Μέντελσον, που δίνει μια άλλη, λιγότερο φαντεζί, μα ίσως πιο ακριβή απόδοση της βραδυγλωσσίας του βασιλιά «Μπέρτι» από εκείνην του Κόλιν Φερθ στον οσκαρικό «Λόγο του βασιλιά». Δίπλα σε αυτές τις απολαυστικές ερμηνείες, η σκηνοθεσία του Ράιτ παρουσιάζεται στιβαρή, με χυμούς και ρυθμό, ενώ η ανασύσταση εποχής και η φωτογραφία προσθέτουν κι αυτές πόντους σε μια ταινία που, εν μέσω Μπρέξιτ, στοχεύει περισσότερο στο θυμικό, παρά στην ιστορική ακρίβεια. Μοναδική μου ένσταση, το ότι η ωραία μουσική του Ντάριο Μαριανέλι δεν σταματάει σχεδόν ποτέ... 

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες