ΣΑΒΒΑΤΟ 23 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018
Κινηματογράφος | Ταινίες

Γκοντάρ, αγάπη μου , 2017 (Le Redoutable)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Μισέλ Χαζαναβισιούς
Σενάριο
Μισέλ Χαζαναβισιούς
Πρωταγωνιστούν
Λουί Γκαρέλ, Στέισι Μάρτιν, Μπερενίς Μπεζό, Μισά Λεσκό, Γκρέγκορι Γκαντμπουά, Φελίξ Κιζέλ
Διάρκεια
107
Χώρα
Γαλλία, Μιανμάρ, Ιταλία
Είδος
Βιογραφική δραμεντί
Πρεμιέρα
07 Ιουνίου 2018

Παιγνιώδης, δεξιοτεχνικά φιλμαρισμένη, με αμέτρητα κλεισίματα του ματιού και δυνατό πρωταγωνιστικό δίδυμο, η ταινία του Χαζαναβισιούς ανατέμνει τον δεύτερο γάμο του Γκοντάρ –και την αμετάκλητη ριζοσπαστικοποίησή του το 1968.

Σίγουρα τολμηρό το εγχείρημα του οσκαρούχου γάλλου σκηνοθέτη να βιογραφήσει, μερικώς έστω, τον θρυλικό Ζαν-Λικ Γκοντάρ. Και πετυχημένο, θεωρώ. Εκκινώντας από δυο αυτοβιογραφικά βιβλία που έγραψε η Αν Βιαζεμσκί (1947-2017) εξιστορώντας την γνωριμία, τον γάμο, και τελικά τον χωρισμό της από τον Γκοντάρ στα μέσα της ταραχώδους δεκαετίας του ’60, ο Χαζαναβισιούς φτιάχνει ένα σφιχτοδεμένο κολάζ από δυνατές εικόνες (οδομαχίες του Μάη του ’68, ασπρόμαυρες γυμνές ερωτικές περιπτύξεις), και ατέρμονες σινεφιλικές αναφορές που παραπέμπουν στο σινεμά του Γκοντάρ –αλλά όχι μόνο, υπάρχει, ας πούμε, και σκηνή όπου η κλασική βωβή ταινία του Ντράγιερ, «Το πάθος της Ζαν Ντ’ Αρκ» πρωταγωνιστεί κανονικά δίπλα στο κεντρικό ζεύγος, Γκοντάρ (Γκαρέλ, πολύ καλός) και Βιαζεμσκί (Μάρτιν). Αλλού, υπάρχουν οριακά ξεκαρδιστικές σεκάνς (η σκηνή όπου ο Γκοντάρ διατρανώνει στο γεμάτο επαναστατημένους φοιτητές αμφιθέατρο «Οι Ισραηλίτες είναι οι νέοι Ναζί» και γίνεται το σύστιγγλο, ή το επαναλαμβανόμενο γκαγκ με τα γυαλιά του που σπάνε). Και παντού, η φωτογραφία (Γκιγιόμ Σιφμάν), η ανασύσταση εποχής (Κριστιάν Μαρτί) και το αλάνθαστο μοντάζ (Αν-Σοφί Μπιόν, Χαζαναβισιούς) επικουρούν υποδειγματικά το όραμα του σκηνοθέτη.

Καίτοι ο Χαζαναβισιούς επιμένει πως πρόκειται για την ιστορία αγάπης μεταξύ του 37χρονου ήδη καταξιωμένου σκηνοθέτη και της ανερχόμενης 19χρονης ηθοποιού, στην πραγματικότητα εκείνο που βλέπουμε είναι πως ο Γκοντάρ, υπό το φως των κοσμογονικών γεγονότων της δεκαετίας του ’60, οδηγήθηκε στην απόλυτη πολιτικοκοινωνική ριζοσπαστικοποίησή του, εγκαταλείποντας συγχρόνως για πάντα το βατό, στρωτό σινεμά. Για να εικονογραφήσει όλην αυτή την εσωτερική λαίλαπα του Γκοντάρ, ο Χαζαναβισιούς καταφεύγει σε διάφορα, γκονταρικά και μη, κόλπα –τα περισσότερα, πολύ πετυχημένα. Έτσι, βλέπουμε συνθήματα στους τοίχους του Παρισιού, που εναντιώνονται βουβά σε όσα διαδραματίζονται εκείνη τη στιγμή, ή παρακολουθούμε το ηδονοβλεπτικό ταξίδι της κάμερας πάνω στο γυμνό σώμα της Μάρτιν, κάποια άλλη στιγμή το φιλμ γυρνάει στο αρνητικό, ενώ το χιούμορ ποτέ δεν εγκαταλείπει την αφήγηση, που κατά βάθος είναι πικρόχολη και οριακά ανυπόφορη. Σαν τον ίδιο τον Γκοντάρ…

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες