Κινηματογράφος | Ταινίες

Οίκτος , 2018

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Μπάμπης Μακρίδης
Σενάριο
Ευθύμης Φιλίππου, Μπάμπης Μακρίδης
Πρωταγωνιστούν
Γιάννης Δρακόπουλος, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Εύη Σαουλίδου, Μάκης Παπαδημητρίου, Τζωρτζίνα Χρυσκιώτη, Παναγιώτης Τασούλης, Κώστας Κωτούλας, Νότα Τσερνιάφσκι, Νίκος Καραθάνος
Διάρκεια
97
Χώρα
Ελλάδα, Πολωνία
Είδος
Μαύρη τραγικωμωδία
Πρεμιέρα
28 Σεπτεμβρίου 2018

Μεγαλοαστός δικηγόρος θρηνεί την κωματώδη σύζυγό του, και εθίζεται στον οίκτο που προκαλεί στους άλλους, σε αυτή την απόλυτα «φιλιππική» μαύρη κωμωδία, που, ίσως να’ θελε, αλλά δεν είναι Λάνθιμος.

Η στατική, ηλιόλουστη, γοητευτικά γεωμετρική φωτογραφία του Κωνσταντίνου Κουκουλιού παρακολουθεί –συχνά μέσα από παράδοξα πλάνα που εστιάζουν σε μια υπο-λεπτομέρεια του συνόλου– τον ευκατάστατο δικηγόρο-χωρίς-όνομα (Δρακόπουλος, εντυπωσιακός) να βιώνει ανείπωτη οδύνη λόγω του κώματος στο οποίο έχει πέσει η σύζυγός του (Σαουλίδου) μετά από ατύχημα. Ή, τέλος πάντων, την ανείπωτη οδύνη που θα ήθελε να βιώνει… Διότι το κλάμα του –άλλοτε γοερό και μαξιμαλιστικό, άλλοτε τσιγκούνικο και σιωπηλό, μα σταθερά γελοίο– δεν του βγαίνει και τόσο φυσικά. Εδώ που τα λέμε, τίποτα δεν βγαίνει φυσικά σε αυτή την καρικατουρίστικη περσόνα, που πηγαινοέρχεται μεταξύ μεγαλοαστικού σνομπισμού, δύστοκης κοινωνικότητας, και (κυρίως) εγωκεντρικού κακομαθημένου παιδιού. Με την σύζυγο σε κώμα, ο Δικηγόρος, προς μεγάλη του(αυτό)ικανοποίησή του, εκμαιεύει για πλάκα τον οίκτο των άλλων. Κι αυτό, τον φτιάχνει τρελά. Η γειτόνισσα (Χρυσκιώτη), παρά την κλινική της ψυχράδα, του εγχειρίζει καθημερινά σπιτικό κέικ… συμπαράστασης. Ο ιδιοκτήτης του καθαριστηρίου (Παπαδημητρίου) τον συμπονά κόσμια και κοινότοπα –του κάνει και σκόντο. Μόνο ο μπον-βιβέρ πατέρας του (ο μακαρίτης Κωτούλας, επιβλητικός) του κάνει νερά –«Δεν έχουν ασπρίσει τα μαλλιά σου, ιδέα σου είναι» τον προσγειώνει. Ο Δικηγόρος έχει πια εθιστεί στον οίκτο των άλλων. Και θα κάνει τα πάντα για να τον διαιωνίσει –θα φτάσει μέχρι τον φόνο. Που στην πραγματικότητα, είναι απλά η έκφραση-αποσυμπίεση αυτής της ψυχοπαθολογικής προσωπικότητας.

Η δεύτερη ταινία του Μακρίδη έχει σίγουρα συμπαγές στυλ, τεχνική αρτιότητα (εξαιρετικός ο ήχος), υπέροχα πλάνα του καλοζωισμένου Παλαιού Φαλήρου –και την οικεία πια ιλαρονοσηρή σφραγίδα του Φιλίππου. Η οποία χαλιβδώνεται μέσα από εμβόλιμες μαύρες κάρτες που φιλοξενούν κλινικές, ή υπερβολικές, ή σκέτα γελοίες διαπιστώσεις περί οδύνης, κλάματος, και φυσικά οίκτου. Μολαταύτα, παρά την σκηνοθετική δεινότητα του Μακρίδη και το όλως αναγνωρίσιμο πια «φιλιππικό» πνεύμα, η ταινία μου φάνηκε υπέρμετρα δήθεν. Δηλαδή, πέραν της ηθελημένης επιτήδευσης στην οποία εκ προοιμίου στοχεύουν οι δημιουργοί του φιλμ. Εν προκειμένω, ας πούμε, εκείνη η χαρακτηριστική χρονοκαθυστέρηση στην απόκριση των συνομιλητών –ιδιαίτερα αισθητή στις σκηνές του Καραθάνου, ο οποίος υποδύεται τον γιο ενός θύματος δολοφονίας που εκπροσωπεί ο Δικηγόρος, αντλώντας συγχρόνως νοσηρή έμπνευση για το δικό του δράμα– επιτείνει αχρείαστα την (σωστά) στιλιζαρισμένη ερμηνεία των ηθοποιών. Συνολικά, πάντως, πρόκειται για ενδιαφέρουσα ταινία –παρά την ακκιζόμενη επιτήδευσή της.

 

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες