Κινηματογράφος | Ταινίες

Το σπίτι που έχτισε ο Τζακ , 2018 (The House That Jack Built)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Λαρς φον Τρίερ
Σενάριο
Λαρς φον Τρίερ, Γιένλε Χάλουντ
Πρωταγωνιστούν
Ματ Ντίλον, Μπρούνο Γκαντς, Ούμα Θέρμαν, Ράιλι Κίου, Σόφι Γκράμπολ, Τζέρεμι Ντέιβις, Σιβόν Φάλον Χόγκαν
Διάρκεια
155
Χώρα
Δανία, Γαλλία, Σουηδία, Γερμανία
Είδος
Δραματικό θρίλερ
Πρεμιέρα
11 Οκτωβρίου 2018

Υπερφίαλα ξεχειλωμένη, αυτάρεσκη, και επιτηδευμένα γκροτέσκα, η νέα ταινία του Τρίερ καταπιάνεται με το φρικώδες έργο ενός μανιακού δολοφόνου –και με το πόσο μάγκας είναι ο σκηνοθέτης, βέβαια...

Δεκαετία του ’70, σε μη διευκρινιζόμενη επαρχία των ΗΠΑ. Ο Τζακ (Ντίλον) ένας κατά συρροή δολοφόνος, μοιράζεται την κοσμοθεωρία του, καθώς και λεπτομέρειες για πέντε (από τους δεκάδες) φόνους του με κάποιον Βέρτζι, τον οποίον εμείς δεν βλέπουμε, μόνο την φωνή του ακούμε. Λίγο πριν το τέλος, ο Βέρτζι εμφανίζεται με την μορφή του Γκαντς –και είναι, λέει, ο Βιργίλιος, ο γνωστός… λατινικός. Που μαζί με τον κίλερ έχουν επί δυόμιση ώρες λιβανίσει πειθήνια τον δημιουργό τους, ήγουν τον Τρίερ, βρε κουτά, που είναι μάγκας, παντογνώστης, στρεψοδίκης και κατά συρροή προβοκάτορας… Θεωρητικά, η ταινία διαρθρώνεται σε πέντε τμήματα, καθένα εκ των οποίων εισάγεται με τα πρώτα μέτρα από το «Fame» του Μπόουι, και ασχολείται με ένα «περιστατικό» από την αιμοσταγή δράση του Τζακ. Η Θέρμαν, λόγου χάρη, ενσαρκώνει μια χαζή που αναζητούσε βοήθεια για το χαλασμένο αυτοκίνητό της, και βρέθηκε με τον γρύλο στο δοξαπατρί. Μια μάνα (Γκράμπολ) με τα δυο παιδάκια της υποβάλλονται σε ένα αποκρουστικό πικνίκ τρόμου από τον δολοφόνο «μας». Μια επιφυλακτική μεσόκοπη (Χόγκαν) μπάζει τον θάνατο τον ίδιο στο σπιτικό της. Ενώ η Σιμπλ (Κίου, καλή), μια μπίμπο που μπορεί και να είναι ερωτευμένη με τον Τζακ, θα καταλήξει επίσης πετσοκομμένη.

Άντε, ας πούμε ότι τα παραπάνω συνιστούν μια ψυχογραφική/ υπαρξιακή κατάδυση στο παρανοϊκό σύμπαν ενός σαδιστή δολοφόνου (σε αυτό το πεδίο, η πιο εύγλωττη σκηνή είναι ένα φλασμπάκ με τον Τζακ παιδί να κακοποιεί απαθώς ένα παπάκι). Ναι, αλλά, στην πραγματικότητα, ο Τρίερ χέστηκε για τον δολοφόνο και το ανατριχιαστικό σύμπαν του. Εκείνο που τον καίει και συνιστά το αληθινό raison d’ être του φιλμ είναι η παράθεση των δικών του (και συνήθως επιτηδευμένα προβοκατόρικων) απόψεων. Οι οποίες απλώνονται επί παντός του επιστητού, άλλοτε εξυπηρετώντας κάποιον προφανή σκοπό (η αναφορά, ας πούμε, στην τελειότητα των ναζιστικών αεροπλάνων Στούκας, προδήλως ρίχνει λάδι στις φιλοχιτλερικές δηλώσεις του σκηνοθέτη, που τον είχαν εξοστρακίσει από τις Κάννες το 2011), κι άλλοτε τίποτα απολύτως (όπως το μίνι φροντιστήριο για τα είδη σταφυλιών και κρασιών, ξερωγώ). Οι δια στόματος Τζακ προκλητικές τοποθετήσεις του σκηνοθέτη, ας πούμε, δεν αφήνουν ούτε το επικαιρικό κίνημα #MeToo ασχολίαστο –«Γιατί το φταίξιμο είναι πάντα του άντρα;» αναρωτιέται ο δολοφόνος αναφερόμενος στα θύματά του… Συγχρόνως, δίπλα σε όλα αυτά τα ακουστικά φληναφήματα, η αφήγηση διακόπτεται κάθε τόσο από α) καρτούν (κυρίως με προβατάκια) που υπογραμμίζουν δήθεν σαρδόνια την αθωότητα των θυμάτων, β) ασπρόμαυρα πλάνα με τον Έλιοτ Γκουλντ στο πιάνο, ή με τον Χίτλερ, τον Μουσολίνι, τον Μάο, και τον Στάλιν σε ιστορικές εμφανίσεις τους. Άσε μας, ρε Λαρς!     

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες