ΠΕΜΠΤΗ 21 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2014
Κινηματογράφος | Ταινίες

12 Χρόνια Σκλάβος , 2013 (12 Years a Slave)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Στιβ ΜακΚουίν
Σενάριο
Τζον Ρίντλεϊ
Πρωταγωνιστούν
Τσιγουέτελ Ετζιόφορ, Μάικλ Φασμπέντερ, Λουπίτα Νιόνγκ’ο, Πολ Ντέινο, Σάρα Πόλσον, Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, Μπραντ Πιτ, Ρομπ Στάινμπεργκ
Διάρκεια
134
Χώρα
Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο
Είδος
Βιογραφικό δράμα
Πρεμιέρα
12 Δεκεμβρίου 2013

Η αληθινή ιστορία ενός μαύρου αστού «του βορρά» που απήχθη και έζησε επί δώδεκα χρόνια ως σκλάβος στις φυτείες του Νότου, γίνεται ένα αδυσώπητο κομψοτέχνημα στα χέρια του τρομερού ΜακΚουίν.

Από τη μια, είναι η αφ’ εαυτού συγκλονιστική ιστορία, έτσι όπως την κατέγραψε το 1853 στο ομώνυμο βιβλίο του ο Σόλομον Νόρθαπ, μαύρος και σχετικά εύπορος βιολιστής και καλός οικογενειάρχης από τη Σαρατόγκα της Νέας Υόρκης. Το 1841 –ήγουν, 20 χρόνια πριν την έναρξη του Αμερικανικού Εμφυλίου– ο Νόρθαπ, δουλεύοντας εκτάκτως για ένα τσίρκο-βαριετέ στην Ουάσινγκτον, απάγεται και πωλείται ως σκλάβος σε έναν γαιοκτήμονα της Λουιζιάνα. Του αλλάζουν το όνομα –εφεξής θα λέγεται Πλατ. Και η παλιά, στρωτή κι αξιοπρεπής ζωή του θα είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Μεταπωλείται σε δεύτερο, βάναυσο γαιοκτήμονα. Περνάει, όπως κι όλοι οι ομόφυλοί του, του λιναριού τα πάθη. Κι ανέλπιστα, μετά από δώδεκα χρόνια ταπείνωσης, σωματικής εξαθλίωσης και ψυχολογικής κατάπτωσης, επιστρατεύοντας έναν καναδό μαραγκό που είναι υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας, καταφέρνει να επικοινωνήσει με τους δικούς του. Και να αποδείξει πως είναι ο Σόλομον Νόρθαπ, άνθρωπος ελεύθερος, κι όχι ο σκλάβος Πλατ. Κι επιστρέφει στην παλιά ζωή του…
Από την άλλη, αυτή η ίδια ιστορία θα μπορούσε να είχε μετουσιωθεί σε μια εντελώς διαφορετική (και σίγουρα, λιγότερο αιχμηρή κι αξιομνημόνευτη) ταινία στα χέρια ενός Σπίλμπεργκ, ενός Σκορσέζε –τον Ταραντίνο, ας μην τον συζητήσουμε καν, παρά τις εξωτερικές θεματολογικές ομοιότητες με το περσινό του «Django, ο τιμωρός». Στα χέρια, όμως, του σπουδαίου λονδρέζου σκηνοθέτη, αυτό το αβανταδόρικο υλικό γίνεται ένα εικαστικά θελκτικό, μα αδυσώπητο σφυροκόπημα του νου και των αισθήσεων που σε στοιχειώνει και σε καθηλώνει για μέρες μετά... Επενδύοντας πάνω στο εξαιρετικό σενάριο του Αμερικανού Ρίντλεϊ κι ανασύροντας εκφραστικά μέσα από τη θητεία του ως εικαστικού καλλιτέχνη (θυμηθείτε: αυτή είναι μόλις η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του), ο ΜακΚουίν ενορχηστρώνει απερίγραπτα ωμές και συγχρόνως υποβλητικά ποιητικές σκηνές από τη ζωή στον Νότο της δουλείας. Κορυφαία, ίσως, ανάμεσά τους, η μακρόσυρτη σεκάνς όπου ο τιμωρημένος σκλάβος-Πλατ, κρεμασμένος από το λαιμό σε ένα δέντρο, πασχίζει να αναπνεύσει, καθώς τα ακροδάχτυλα των ποδιών του «χορεύουν» καρτερικά κι απεγνωσμένα πάνω στη λάσπη. Και τριγύρω, οι υπόλοιποι σκλάβοι και εργαζόμενοι της φυτείας –νέοι, γέροι, μαύροι κι άσπροι– συνεχίζουν κανονικά τις δουλειές τους και τις καθημερινές ασχολίες τους… Πραγματικά, σου βγαίνει η ψυχή.
Χωρίς απλουστευτικές «κατηγοριοποιήσεις» (οι λευκοί, ας πούμε, δεν είναι όλοι σκέτα τέρατα) κι αποφεύγοντας τους διδακτισμούς (εξαίρεση, ίσως, τα όσα λέει ο Καναδός deus ex machina του Μπραντ Πιτ) ο ΜακΚουίν καταγράφει τα πράματα ως είχαν. Κι εκεί στο Νότο, οι μαύροι ήταν απλά «ιδιοκτησία» των λευκών. Πραγματικότητα που, όσο κι αν ηχεί τραβηγμένο, εκμαύλιζε και σάπιζε και τα βουβά θύματα –σαν την εξαιρετική σκλάβα Πάτσι της Νιόνγκ’ο, που βιάζεται επανειλημμένα και μαστιγώνεται παραδειγματικά από τον αφέντη της–, αλλά και τους ανάλγητους θύτες –άπαιχτος και πάλι ο Φασμπέντερ στο ρόλο του ψευτοθρήσκου, σαδιστικού, μα και βαθιά ταλανισμένου δεύτερου αφεντικού του Πλατ.
Κορυφαίο, όμως, ατού της ταινίας είναι μάλλον η ερμηνεία του νιγηρο-εγγλέζου ηθοποιού Ετζιόφορ (που πρωτογνωρίσαμε στο «Άμισταντ»). Με κάτι μάτια που τα λένε όλα, και μια διάχυτη αξιοπρέπεια που διατηρείται έως το τέλος (ακόμη κι όταν, μετά από χρόνια «εθισμού» στη νότια συμπεριφορά κι έχοντας πια αλλάξει ακόμη και τον τρόπο ομιλίας του προς το πιο άξεστο κι ασύντακτο, αναγκάζεται να πει ψέματα για να αποφύγει τις βουρδουλιές, ή ίσως και τη θανάτωση), ο Σόλομον-Πλατ του συγκλονίζει. Περνάει από την αρχική έκπληξη, στην απογοήτευση, κι από κει στη συνθηκολόγηση, την παραίτηση, τις ικμάδες αντίστασης και την ύστατη προσπάθεια για σωτηρία χωρίς ψευτοηρωισμούς, ρηχούς θυμούς ή ξώφαλτσο μελόδραμα. Αυτός ο άνθρωπος –που του στέρησαν εντελώς αναίτια και ξαφνικά την ελευθερία, την αυτοδιάθεση, την αξιοπρέπεια και την οικογένειά του– μοιάζει όντως σαν να τα πέρασε όλα αυτά. Κι εμείς ήμασταν κάπου εκεί… Μάρτυρες ενός θεσμοθετημένου και διαρκούς εγκλήματος που ακόμη και στο τέλος της ταινίας δεν στέφεται από καμιά χολιγουντιανή λύτρωση. Μόνο από ένα βουβό, ασυγκράτητο κλάμα.

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες