ΤΕΤΑΡΤΗ 20 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2017
Κινηματογράφος | Ταινίες

Μόνο Οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί , 2013 (Only Lovers Left Alive)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Τζιμ Τζάρμους
Σενάριο
Τζιμ Τζάρμους
Πρωταγωνιστούν
Τίλντα Σουίντον, Τομ Χίντλστον, Μία Ουαζικόφσκα, Τζον Χερτ, Άντον Γιέλτσιν, Τζέφρι Ράιτ
Διάρκεια
123
Χώρα
Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο, Κύπρος
Είδος
Ρομαντικό δράμα
Πρεμιέρα
01 Ιανουαρίου 2014

Το στοίχημα του Τζάρμους να αναβαπτίσει ρηξικέλευθα τη βαμπιρική μυθολογία μετουσιώνεται σε μια κομψή μεν, αλλά αργή, σπουδαιοφανή και αρκετά «δήθεν» ιστορία αγάπης ανά τους αιώνες…

Για κάποιον ακατάληπτο λόγο, ο λογιζόμενος ως «πατριάρχης» του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά αποφάσισε πως ήγγικεν η ώρα να αναμετρηθεί κι εκείνος με όλη αυτή την υπερατλαντική ζούρλα περί βρικολάκων, απέθαντων ερωτευμένων και συναφών «αιματηρών» τρεντ. Η σινε-ιστορία που παραδίδει, βέβαια, ο Τζιμ –την οποία, παρεμπιπτόντως, αφιερώνει στην επί χρόνια σύντροφό του, Σάρα Ντάιβερ, όπως πληροφορούμαστε στους τίτλους τέλους– ουδεμία σχέση έχει με «Χαραυγές» και λοιπά φληναφήματα. Η ιστορία της Ίβα (Σουίντον) και του Έινταμ (Χίντλστον), δυο βρικολάκων-εραστών που περιφέρονται απέθαντοι, ξεχτένιστοι και πελιδνοί ανά τους αιώνες, κορφολογώντας με εκλεπτυσμένη, κουλ παντογνωσία ό,τι όμορφο έχει να επιδείξει η ανθρώπινη δημιουργία ή η φύση, είναι σίγουρα ελκυστική. Η δε ατμοσφαιρική φωτογραφία του Γιορίκ Λε Σο και η μουσική του Γιόζεφ βαν Βίσεμ προσθέτουν μια ράθυμη και μελαγχολική μαγεία στα πλάνα του νυχτερινού Ντιτρόιτ –όπου ζει συνθέτοντας ηλεκτρονική μουσική ο Έινταμ– και της επίσης νυχτερινής μαροκινής Ταγγέρης, όπου, στην αρχή του φιλμ, κατοικεί η Ίβα, φιλοξενούμενη στο σπίτι του ελισαβετιανού συγγραφέα Κρίστοφερ Μάρλοου (Χερτ), ο οποίος, καταλαβαίνουμε, είναι επίσης βαμπίρ.
Πριν πιάσω τις ενστάσεις και τη μουρμούρα, να υπογραμμίσουμε πως το σενάριο του Τζάρμους επιφυλάσσει μερικές ωραίες ανατροπές των βαμπιρικών κλισέ. Οι δυο ήρωες, ας πούμε, δεν ξεσκίζουν τους λαιμούς ανυποψίαστων ζωντανών –κάτι τέτοιο «κάνει πολύ 15ο αιώνα», όπως λέει και η Ίβα. Όχι, προμηθεύονται το (ελεγμένο) αίμα τους, στη ζούλα και με το αζημίωτο, από νοσοκομειακές τράπεζες αιμοληψίας. Επίσης, όταν πίνουν από κρυστάλλινο ποτηράκι του λικέρ το πολύτιμο κόκκινο νέκταρ τους, περιπίπτουν σε μια σχεδόν μπαϊρονική έκσταση –οκέι, στο πιο κατατονικό της. Ή ταξιδεύουν μόνο με νυχτερινές πτήσεις φυσικά, και πάντα business class… Ενώ, τους αδαείς και άξεστους ανθρώπους που κατοικούν τη Γη, αλλά αδυνατούν να απολαύσουν τις ομορφιές της ζωής, τους αποκαλούν «ζόμπι». Γενικά, οι «Εραστές», παρά το βρικολακιασμένο περιτύλιγμά τους, αποτελούν μιαν αλληγορία πάνω στη συντροφικότητα, τη μποέμικη ζωή και τη σημασία της (υψηλής κυρίως) τέχνης κι επιστήμης.
Το πρόβλημα με την ταινία, που με έκανε να βαρυγκωμήσω τη δίωρη διάρκειά της, είναι πως… υπογράφεται από έναν κουλτουριάρη Αμερικανό. Ο οποίος, σε μια σχεδόν ασυναίσθητη προσπάθεια να διαχωρίσει θέση από την απαίδευτη πλέμπα των ομοεθνών του, έχει τιγκάρει την ταινία σε διαρκείς αναφορές σε συνθέτες, συγγραφείς, ζωγράφους, βοτανολογικές γνώσεις – ακόμα και τη θεωρία του κβαντικού εναγκαλισμού του Αϊνστάιν μάς εξηγεί εν τάχει η Ίβα… Ε, εμένα, όλο αυτό το περισπούδαστο name-dropping, όλα αυτά τα διαρκή κλεισίματα του ματιού προς λόγιες σπουδαιοφάνειες, με εξάντλησε. Και δεν βρήκα να προσθέτει κάτι σε αυτό που ήθελε να πει εξαρχής ο ποιητής Τζάρμους.

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες