Μουσική | Πρόσωπα

Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος, ο Θάνος Παπακωνσταντίνου και η τολμηρή επιλογή του «Ορφέα» 17 Νοεμβρίου 2017

Οι δύο καλλιτέχνες μιλούν για την όπερα του Μοντεβέρντι που θα ανεβάσουν στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος και ο Θάνος Παπακωνσταντίνου με αφορμή τα 450 χρόνια από τη γέννηση του Κλάουντιο Μοντεβέρντι (1567-1643) παρουσιάζουν την Παρασκευή 24 και το Σάββατο 25 Νοεμβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών τον «Ορφέα», ένα εμβληματικό έργο-  πρόκληση που συχνά πιστώνεται και ως η πρώτη όπερα στην ιστορία της μουσικής.

«Η αφήγηση έχει ως εξής - την ημέρα του γάμου του Ορφέα, του μυθικού τραγουδιστή και ημίθεου, με την Ευρυδίκη, αυτή πεθαίνει από δάγκωμα φιδιού. Ο Ορφέας δίνει όρκο πως θα κατέβει στον Άδη και θα τη διεκδικήσει από τους θεούς του Κάτω Κόσμου. Συνοδευόμενος από την Ελπίδα, ο Ορφέας κατεβαίνει στις πύλες του Άδη και αφού αποκοιμίσει με τον τραγούδι του τον Χάροντα, καταφέρνει να μπει στον Κάτω Κόσμο καλώντας τους θεούς να του δώσουν πίσω την αγαπημένη του σύζυγο. Η Περσεφόνη, σύζυγος του βασιλιά του Άδη Πλούτωνα, συγκινημένη απ’ τις ικεσίες του Ορφέα, παρακαλεί τον βασιλιά να του δώσει την Ευρυδίκη πίσω. Αυτός συμφωνεί να τη δώσει πίσω με τον όρο, καθώς φεύγει απ’ τον Κάτω Κόσμο να μην κοιτάξει πίσω. Ο Ορφέας παραβαίνει τη διαταγή και χάνει την Ευρυδίκη για δεύτερη φορά. Επιστρέφει στην πατρίδα του έχοντας χάσει πια την πίστη του στα πάντα. Ο Απόλλων, συγκινημένος απ’ τους θρήνους του, κατεβαίνει απ’ τον ουρανό, του προσφέρει την αθανασία και τον παίρνει στον ουρανό μαζί του. Στην παράστασή μας χρησιμοποιούμε το αρχικό φινάλε που γράφτηκε απ’ τον λιμπρετίστα του Monteverdi, Alessandro Striggio, στο οποίο ο Ορφέας στην τελευταία σκηνή κατασπαράζεται από ένα θίασο μαινάδων που εισβάλλει στη σκηνή. Το έργο εδώ τελειώνει όχι με τον Απόλλωνα, αλλά με τον Διόνυσο».

Πώς αποφασίσατε αν ασχοληθείτε σκηνοθετικά με μία …όπερα;
Θάνος Παπακωνσταντίνου: Καταρχάς να πω πως είμαι εξαιρετικά ευγνώμων και ευτυχής που συνεργάζομαι με ένα σύνολο εξαιρετικών τραγουδιστών και μουσικών, και πιο συγκεκριμένα με τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο που με πίστη κι αφοσίωση επί σειρά ετών ασχολείται με τη μουσική του μπαρόκ. Είναι από τους ελάχιστους που ασχολούνται στον ελληνικό χώρο με τόση επιμονή με αυτό το είδος μουσικής, οπότε το να σκηνοθετήσω μια όπερα του Monteverdi μέσα στο πλαίσιο αυτό, είναι πολύ μεγάλη χαρά και τιμή για μένα.
Επιπλέον, δεν μου είναι καθόλου άγνωστο το είδος της όπερας. Είμαι φανατικός ακροατής από πολύ μικρός και λάτρης του είδους. Οπότε η συνεργασία αυτή, είναι κυριολεκτικά ένα όνειρο που πραγματοποιείται.

Τι σας γοήτευσε στο έργο αυτό του Μοντεβέρντι;
Θάνος Παπακωνσταντίνου: Ως μία από τις πρώτες όπερες που γράφτηκαν ποτέ, ο Ορφέας του Monteverdi είναι μια προσπάθεια αναβίωσης της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Τόσο το θέμα όσο και η δομική διάρθρωσή της το μαρτυρούν. Η δουλεία μου, μέχρι στιγμής, έχει πάντα σαν σταθερή αναφορά της την τραγωδία, οπότε και μέσα σ’αυτό το πλαίσιο έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον για μένα, να προσεγγίσει κανείς το μύθο όχι μόνο μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα, αλλά και μέσα από ένα διαφορετικό είδος. Στην παράσταση, η προσέγγισή μου επηρεάστηκε πολύ από την επιλογή του συγκεκριμένου φινάλε με τον Διόνυσο που προτείνουν μουσικά ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος και ο Πάνος Ηλιόπουλος. Στη ροή της αφήγησης, παρακολουθούμε μια μυητική τελετή. Τα πρόσωπα της ιστορίας είναι εξαρχής ένας μεταμφιεσμένος διονυσιακός θίασος. Ο καθένας τους, είναι υπεύθυνος για κάθε στάδιο μύησης του κεντρικού προσώπου. Όλοι τους τον συνοδεύουν διαδοχικά, από την γιορτή της πρώτης πράξης μέχρι και την θυσία του στην τελική εικόνα σαν μύστες και συνοδοιπόροι στο ταξίδι του αυτό. 

Μάρκελλος Χρυσικόπουλος: Να αρχίσω λέγοντας ότι αγαπώ τη μουσική και ασχολούμαι με τη μουσική πρωτίστως επειδή με γοητεύουν οι λέξεις, με γοητεύουν οι συλλαβές, με γοητεύει η σύνταξη μιας φράσης, η προσωδία μιας φράσης. Με ενδιαφέρει το πώς τελικά η μουσική, οποιαδήποτε μουσική είναι μια γλώσσα. Κι αυτό για μένα δεν υπονοεί μόνο μια διάθεση, μια ανάγκη για επικοινωνία ή μια ικανότητα για επικοινωνία. Πολύ παραπάνω σημαίνει μια άρθρωση και εκφορά της μουσικής ως μία γλώσσα. Μία γλώσσα που έχει ένα δικό της συντακτικό, μια δική της γραμματική, μία δική της προφορά κ.ο.κ. Ο Ορφέας του Μοντεβέρντι γράφτηκε σε μία εποχή όπου το επίκεντρο του ενδιαφέροντος είναι πραγματικά η αφήγηση κι όχι η μελωδία. Ο ίδιος ο Μοντεβέρντι σε μία εισαγωγή του στα μανδριγάλια αναφέρει ότι η αφήγηση θα πρέπει να αφέντης της μουσικής, της μελωδίας, κι όχι το ανάποδο. Ο Ορφέας του Μοντεβέρντι είναι το κατεξοχήν έργο που αποκρυσταλλώνει αυτό το credo, αυτήν τη σχέση ανάμεσα στην αφήγηση και τη μουσική που τελικά αποκρυσταλλώνεται ένα πολύ ιδιότυπο μουσικό ιδίωμα που ονομάζεται recitar candando και χαρακτηρίζει το τέλος του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα στη δυτική μουσική.

Ο μύθος του Ορφέα και ο συμβολισμός του…
Θάνος Παπακωνσταντίνου: Ο Ορφέας ξεκινώντας σαν ιερέας του Διονύσου, διαδίδει τη λατρεία του και τις απόκρυφες τελετές του. Με τη μαγική του λύρα δαμάζει ανθρώπους και ζώα, στοιχεία και δυνάμεις. Μετά το θάνατο της Ευρυδίκης, της αγαπημένης του συζύγου από δάγκωμα φιδιού, ταξιδεύει στον Άδη και την διεκδικεί από τους Θεούς του Κάτω Κόσμου. ‘Οταν τη χάνει για δεύτερη φορά, εγκαταλείπει τα εγκόσμια και την πίστη του στο Διόνυσο. Σαν θεϊκή τιμωρία, ένας διονυσιακός θίασος τον σκοτώνει και τον διαμελίζει. Τα κομμένα μέλη του ρίχνονται απ’τις μαινάδες στο Αιγαίο. Το κομμένο κεφάλι του τραγουδώντας πλέει μέχρι τη Λέσβο, εκεί αλιεύεται και προς τιμή του ανεγείρεται ναός και μαντείο, όπου το κεφάλι συνεχίζει να δίνει χρησμούς. Πέρα από ιστορία αγάπης και ύβρεως έναντι στους θεούς που τιμωρούν τους άπιστους, ο μύθος του Ορφέα είναι μια παραβολή. Μια παραβολή για το φως και το σκοτάδι. Για την αρμονία και το θόρυβο. Για την ένωση και το διαμελισμό. Για το πως μες στον κύκλο της ζωής συνυπάρχουν η ομορφιά και η ασχήμια, το ιερό και το βέβηλο, το λογικό και το παράλογο, το τραγικό και το κωμικό. Ο συγκεκριμένος μύθος, μπορούμε να πούμε πως είναι μια τελετή μύησης ενός ανθρώπου μέσα στους κύκλους της ζωής. Από τη γιορτή στον θρήνο, από τον Πάνω Κόσμο στα έγκατα της Γης. Από την αθωότητα στη γνώση. Από την ένωση, στον διαμελισμό. Μια πορεία γνώσης μες στην οποία το κεντρικό πρόσωπο, προσπαθώντας να δαμάσει τις αντιθέσεις που κυβερνούν και συνιστούν τον κόσμο γύρω του, διαμελίζεται ως αποτέλεσμα της αδυναμίας του να ισορροπήσει.

Σε τι έγκειται η μουσική διδασκαλία;
Μάρκελλος Χρυσικόπουλος: H μουσική διδασκαλία σε ένα τέτοιο έργο ξεπερνάει κατά πολύ την προσπάθεια να τραγουδήσει κανείς τη σωστή νότα τη σωστή στιγμή ή το να διατηρηθεί η σωστή προφορά. Το μεγάλο στοίχημα και ζητούμενο είναι κανείς να καταφέρει να διαβάσει πίσω από τις νότες την πρόθεση που δημιούργησε αυτές τις νότες. Κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό όταν αναφερόμαστε σε μια εποχή, όπως την εποχή του Μοντεβέρντι, όπου η μουσική τυπογραφία είναι στα σπάργανά της και η έντυπη απεικόνιση της μουσικής είναι απλώς μια σύμβαση. Περαιτέρω, η μουσική διδασκαλία έγκειται στο να εγγυηθεί ότι αυτό που θα ακούσουμε θα έχει ένα φυσικό ρυθμό, έναν παλμό που θα διαφυλάξει την φυσικότητα του λόγου και θα αποτρέψει την μουσική από το να ακουστεί μετρονομική. Να εγγυηθεί επιπλέον ότι το ακρόαμα θα είναι ιστορικά σωστό γιατί μιλάμε ούτως ή άλλως για ένα σύνολο, τους Latinitas Nostra, που κινείται στο πλαίσιο του κινήματος μιας ιστορικά ενημερωμένης ερμηνείας. Άρα το πώς έπαιζε ο Μοντεβέρντι αυτή την εποχή, το 1607, είναι κάτι που μας ενδιαφέρει και ως ένα βαθμό μας δεσμεύει. Όσο ουτοπική κι αν είναι τελικά αυτή η αναζήτηση. Σε κάθε περίπτωση όμως πρέπει να συγκεραστεί μέσω της διδασκαλίας το ιστορικά σωστό με το φυσικό και με το ρεαλιστικό. Τίποτε δεν πρέπει να ακουστεί μια ακαδημαϊκή σπουδή. Επίσης, στη μουσική διδασκαλία πρέπει να συνταχθεί ένα πρωτόκολλο επικοινωνίας ανάμεσα στα όργανα που αυτοσχεδιάζουν – κι ο αυτοσχεδιασμός στο μπαρόκ είναι κάτι πάρα πολύ διαδεδομένο - και τα όργανα ή τους μουσικούς που έχουν κάνει ήδη πολύ συγκεκριμένες πρόβες εντός μήνα, σ’ένα πολύ συγκεκριμένο και παγιωμένο μουσικό και σκηνικό υλικό. Και πρέπει βεβαίως όσον, αφορά τη δική μας παραγωγή, να συγκεραστούν τα μπαρόκ, τα αντίγραφα αυθεντικών οργάνων με τα οποία παίζουν οι Latinitas Nostra συνήθως με τα νέα όργανα, τα ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά όργανα, με τα οποία εμπλουτίζεται η παραγωγή μας αφ’ης στιγμής στην τρίτη πράξη ο Ορφέας κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο.

Πόσο δύσκολο είναι να σκηνοθετείτε μία όπερα; Διαφορές;
Θάνος Παπακωνσταντίνου: Η όπερα είναι ένα είδος που το αγαπώ, συνδέομαι μαζί του και με ενδιαφέρει απόλυτα. Η εικόνα και πιο συγκεκριμένα η αφηγηματική της λειτουργία μέσα στην σκηνική πράξη, είναι πυρηνικό στοιχείο της δουλειάς μου. Σε σύγκριση με το θέατρο, εδώ έχουμε να κάνουμε σχεδόν πάντα με μια πολύ πιο μεγάλη κλίμακα, οπότε οι δυνατότητες που δίνονται εικονοπλαστικά είναι πολύ μεγαλύτερες. Επίσης, το θέμα της παρτιτούρας, είναι εδώ σχεδόν λυμένο απ’την αρχή. Στο θέατρο πρέπει να δημιουργηθεί από τη δουλειά με το κείμενο, από την επιλογή τη μουσικής, τον σχεδιασμό του ήχου. Κι αυτό το στοιχείο όμως είναι εντός της αναζήτησής μου, οπότε με χαρά το βλέπω πως μπορεί να λειτουργήσει μέσα σε ένα διαφορετικό είδος τέχνης. Ένα πρόβλημα βέβαια που υπάρχει, έχει να κάνει με το χρόνο και τις συνθήκες παραγωγής. Επειδή δυστυχώς δεν υπάρχει πλέον ένα υγιές οικονομικό πλαίσιο να απασχολούνται όλοι οι συνεργάτες με ικανοποιητικούς όρους (όπως άλλωστε και στο θέατρο, αλλά και παντού), το διάστημα των προβών είναι εξαιρετικά περιορισμένο. Αυτό, αν το δει κανείς σαν άσκηση ετοιμότητας, μπορεί να έχει κάποιο ενδιαφέρον. Στην πραγματικότητα, όμως, μακροπρόθεσμα μόνο επιζήμιο μπορεί να είναι. Αν δεν υπάρχουν σωστές συνθήκες παραγωγής, που σημαίνει επαρκής χρηματοδότηση για την τέχνη και τον πολιτισμό γενικότερα, στην καλύτερη περίπτωση αυτό που μπορούμε να κάνουμε, είναι να είμαστε αποτελεσματικοί. Που σημαίνει να παραδώσουμε εγκαίρως και αξιοπρεπώς το προϊόν (παράσταση) στην ώρα του προς θέαση. Ούτε έρευνα μπορεί να υπάρξει, ούτε εμβάθυνση, ούτε και εξέλιξη επί της ουσίας. Ειδικά στην όπερα, που κατά παράδοση αντιμετωπίζεται και εσωτερικά (από τραγουδιστές και μουσικούς) αλλά και εξωτερικά (από το κοινό) σαν ένα αμιγώς μουσικό είδος, αν δεν υπάρχει χρόνος και τριβή δεν θα μπορέσει να προχωρήσει και πολύ από τη νοοτροπία του “στέκομαι και τραγουδάω” και να φτάσει στο ότι μετέχω σαν ερμηνευτής, όχι πια σαν σολίστας, αλλά σαν μέλος ενός συνόλου σε μια σκηνική πράξη. Το πρόβλημα, βεβαίως, δεν αφορά στη συγκεκριμένη περίπτωση μόνο, είναι αναγκαστικά σημείο των καιρών και αποτέλεσμα της συνολικής κατάστασης του πολιτισμού στην χώρα μας.

Ο Ορφέας θεωρείται ως η πρώτη όπερα στην ιστορία της μουσικής… Διακρίνεται από κάποια καινοτόμα μουσικά χαρακτηριστικά; 
Μάρκελλος Χρυσικόπουλος: Κατ’αρχάς ο Ορφέας δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι η πρώτη όπερα στην ιστορία της μουσικής και σίγουρα δεν θα μπορούσαμε να το πούμε χωρίς να αναλωθούμε σε μία πολύ μεγάλη συζήτηση για το τι είναι όπερα. Είναι, εξάλλου, πολύ δύσκολο να βρούμε έναν ορισμό της όπερας που να περιλαμβάνει τόσο τον Ορφέα όσο κι ό,τι έχει μεσολαβήσει στην όπερα τους ενδιάμεσους τέσσερις αιώνες. Έχουμε πριν τον Ορφέα και παράλληλα με τον Ορφέα άλλα δείγματα όπερας, όπως είναι  η όπερα του Κατσίνι, του Πέρι, του Γκαλιάνο ή πιο παλιά του Καβαλιέρι, όπως και τα εορταστικά ακροάματα και θεάματα της Αναγέννησης. Το ιδιαίτερο με τον Μοντεβέρντι είναι ότι παίρνει πάρα πολλά στοιχεία που προϋπάρχουν ή που είναι διαδίδονται εκείνη την εποχή και τα παντρεύει όμως σ’ένα αμάλγαμα εξαιρετικής ποιότητος και εξαιρετικής τολμηρότητας ισορροπώντας ανάμεσα στην διεύρυνση της μουσικής γλώσσας της προηγούμενης γενιάς συνθετών και το ανοιγμα του δρόμο για μεταγενέστερα μουσικά ιδιώματα. Ο Μοντεβέρντι κινείται, όπως και πάρα άλλοι πολύ μεγάλοι συνθέτες της ιστορίας της μουσικής – πρώτο όνομα μου που έρχεται στο μυαλό είναι ο Μπαχ- σ’ένα χώρο μουσικής στιλιστικής περιθωριακότητας, σ’ένα χώρο όπου η προηγούμενη εποχή μουσική φαίνεται να παρέρχεται και ο συνθέτης όχι μόνο μοιάζει να κρατιέται σ’αυτά τα μουσικά ιδιώματα τα όποια φαντάζονται ενδεχομένως ντεμοντέ εκείνη την εποχή, αναπτύσσοντάς τα μ’ένα πολύ σύγχρονο τρόπο, αλλά συγχρόνως κοιτάει μπροστά όχι μόνο στην επόμενη γενιά, αλλά κοιτάει πάρα πολύ ακόμα πιο μπροστά. Έχουμε λοιπόν την ιδιότυπη περίπτωση και με τον Μοντεβέρντι ενός πολύ μεγάλου συνθέτη του οποίου η μουσική μοιάζει να αποτελεί τη συνέχεια από τις εξαιρέσεις των κανόνων καλής σύνθεσης της εποχής Έχουμε εν ολίγοις έναν συνθέτη όπως είναι κατά κάποιο τρόπο και ο Μπαχ που προανέφερα, που συγχρόνως εδραιώνουν τους κανόνες της καλής μουσικής σύνθεσης, ενώ την ίδια στιγμή τους υπονομεύουν. Στον Μοντεβέρντι όπως και σε πολλούς άλλους σπουδαίους συνθέτες η προσκόλληση στο παρελθόν καταλήγει να προκαλέσει το μέλλον.

Πού αγγίζει το έργο αυτό το σήμερα;
Θάνος Παπακωνσταντίνου: Η ιστορία του Ορφέα είναι ένας μύθος και οι μύθοι δεν έχουν να κάνουν ούτε με το σήμερα, ούτε με το χτες. Έχουν να κάνουν με το “πάντα”. Συγκεκριμένα ο μύθος αυτός, μιλά για το πώς ένα πρόσωπο (ο Ορφέας - ο άνθρωπος γενικά) πιστεύει με μια παιδική σχεδόν αφέλεια ξεκινώντας τη διαδρομή του, πως θα κατορθώσει τα πάντα, πιστεύει πως η ζωή θα πηγαίνει όλο και περισσότερο προς το φως, ότι θα αγγίξει την ευτυχία, την αρμονία, θα μετέχει στην ένωση με τον Άλλον. Πιστεύει, ξεκινώντας, πως ο χρόνος είναι γραμμικός και πάει συνεχώς προς τα μπροστά. Πιστεύει πως θα εκλείψει το σκοτάδι, ο πόνος, η δυστυχία, πιστεύει πως ό,τι τον συνθλίβει και τον εξοντώνει θα βρεθεί ο τρόπος, είτε από τον ίδιο, είτε από κάποιον άλλο και θα έρθει η ώρα που θα εξαφανιστεί. Η ζωή θα γίνει μια γιορτή, μια συνεχής πορεία προς το φως. Αυτό που βέβαια μαθαίνει, είναι κάτι άλλο. Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, αλλά κύκλοι που επαναλαμβάνονται. Όπως παντού, στη φύση, στις εποχές, στις χιλιετίες, πλάσματα γεννιούνται και πεθαίνουν και πάλι γεννιούνται και πάλι πεθαίνουν, όπως οι καρποί πέφτουν απ’το δέντρο και γίνονται χώμα, όπως νέες πόλεις χτίζονται πάνω στα ερείπια των παλαιών, όπως ναοί νέων θρησκειών χτίζονται πάνω σε ναούς ξεχασμένων θρησκειών και ούτω καθεξής. Κοντά σε μια τέτοια γνώση, ούτε το σκοτάδι, ούτε ο πόνος, ούτε ο αποχωρισμός μπορούν να εκλείψουν. Βρίσκονται πάντα όχι κοντά, αλλά μέσα στο φως, στην ευτυχία, στην ένωση. Η ζωή είναι γεμάτη με αντιθέσεις και αντιφάσεις και όσο δεν το καταλαβαίνουμε, όσο το αρνούμαστε, οδηγούμαστε προς τον σπαραγμό - τον διαμελισμό. Μόνο η εξισορρόπηση των αντιθέσεων μπορεί να δώσει μια λύση, όχι η βία της αναγκαστικής επιλογής μεταξύ αντιθέτων. Η ισορροπία είναι το ζητούμενο, όχι η επικράτηση. Αυτή είναι η γνώση που περιμένει τον Ορφέα στο τέλος της διαδρομής του. Διαμελίζεται από τις μαινάδες, σαν άλλος Πενθέας, επειδή ακριβώς δεν μπορεί να ισορροπήσει μεταξύ των αντιθέσεων που δομούν τη ζωή. Αυτά διδάσκει ο μύθος, και πιστεύω πως είναι κάτι που μας αφορά όλους, όχι μόνο τώρα, αλλά πάντα.

Σας έχουμε συνηθίσει σε πιο εσωτερικές… σκοτεινές δουλειές. Και εδώ θα δούμε κάτι παρόμοιο;
Θάνος Παπακωνσταντίνου: Η λειτουργία του μύθου, η χρήση δηλαδή μιας αφηγηματικής παραβολής για να συνδιαλλαγείς με το τί σημαίνει να είσαι άνθρωπος και να ζεις μες στον κόσμο είναι η βασική μου κατεύθυνση με ό,τι κι αν ασχολούμαι. Αν κάτι τέτοιο είναι εσωτερικό και σκοτεινό, τότε ναι, κάτι παρόμοιο με ενδιαφέρει και σ’αυτή την παράσταση.

Μελλοντικά σχέδια
Θάνος Παπακωνσταντίνου: Τον περασμένο Μάη ολοκλήρωσα με την παράσταση “Colossus” την τριλογία “Carnage” που είχε βάση στην Ορέστεια του Αισχύλου, σαν ένα προσωπικό διάλογο με την αρχαία τραγωδία. Τώρα είμαι σε διαδικασία έρευνας και σύνθεσης για μια επόμενη τριλογία που χρησιμοποιεί σαν βάση κείμενα και πρόσωπα από το κίνημα του γερμανικού ρομαντισμού και η θεματική της περιστρέφεται γύρω από το πώς η πίστη στην ιδέα του απόλυτου είτε σε προσωπικό, είτε σε κοινωνικό, είτε σε θρησκευτικό επίπεδο μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή. Επίσης, είμαι σε πρόβες με την Άντζελα Μπρούσκου για την Έντα Γκάμπλερ του Ίψεν που θα ανέβει από Φεβρουάριο.
Μάρκελλος Χρυσικόπουλος: Συνεχίζω με τους Latinitas Nostra αυτό το μουσικό ταξίδι στον 17ο αιώνα. Έχουμε τη χαρά να παρουσιάσουμε στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ στο Κέντρο Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος την όπερα  «Η βασίλισσα των ξωτικών του Χένρυ Πέρσελ, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Σκουρλέτη που θα γίνει τέλος Απριλίου και αρχές Μαΐου. Κι εγώ προσωπικά ως τσεμπαλίτσας κι ως μαέστρος συνεχίζω τη συνεργασία μου και με διάφορες ορχήστρες της Ελλάδας και κυρίως με την Καμεράτα με συναυλίες σε χώρους όπως είναι στο Theater an der Wien στη Βιέννη, το Wigmore Hall στο Λονδίνο και το Μπαϊρόιτ.

 

 

 

 

Γεωργία Οικονόμου

Περισσότερα "Πρόσωπα"
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΠΡΟΣΩΠΑ" Main_original_slider Θέμος Σκανδάμης: «Το ραδιόφωνο έχει φερθεί πολύ φειδωλά στο υλικό μου» «Ο Σαββόπουλος είναι ο άνθρωπος εξ αιτίας του οποίου ξεκίνησα να γράφω τραγούδια». Main_%ce%9f%ce%99%ce%9a%ce%9f%ce%9d%ce%9f%ce%9c%ce%9f%ce%a5_ Ο Θοδωρής Οικονόμου και 5 πιανίστες, 5 Σάββατα στην Κυψέλη Μουσικές παραστάσεις στη Β’ σκηνή του Θεάτρου οδού Κεφαλληνίας. Main_%ce%9c%ce%af%ce%bb%cf%84%ce%bf%cf%82-%ce%a0%ce%b1%cf%83%cf%87%ce%b1%ce%bb%ce%af%ce%b4%ce%b7%cf%82-miltos-pashalidis Μίλτος Πασχαλίδης: «Η τέχνη είναι το δεκανίκι στην ανημποριά μας. Στην αναπηρία μας» «Προσωπικά συνάντησα μεγάλη γενναιοδωρία στο δρόμο μου. Γι’ αυτό και γελάω όταν ακούω την φράση «τους έφαγε το κύκλωμα». Τόσα χρόνια σ’ αυτή την δουλειά, δεν έχω δει το κύκλωμα». Main_pant2 Ο Παντελής Κυραμαργιός ψάχνει την «Αρετή» «Η τέχνη είναι αναδευτήρας απαραίτητος να ανακατέψει την ψυχή μας για να ανέβουν προς τα πάνω οι αρετές». Main_slider Δημήτρης Μυστακίδης: Ψάχνοντας το ρεμπέτικο στα δάκτυλα του... μπλουζ «Όλες μου οι δουλειές - ιδίως το Esperanto και το Αmerika - εκτός από καλύτερο μουσικό με έκαναν καλύτερο άνθρωπο».
#load_content_with_ajax