ΤΡΙΤΗ 28 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2017
Θέατρο | Είδα...

Είδα: τον «Γενικό Γραμματέα» σε σκηνοθεσία Σοφίας Μαραθάκη 22 Φεβρουαρίου 2017

Φρέσκια, σπιρτόζικη προσέγγιση σε μια σπουδαία κλασική ελληνική κωμωδία.

«Πολιτική θα πει συμφέρον, πάντα κατά κει που φυσάει ο αέρας». Ο Ηλίας Καπετανάκης είχε ορίσει τρομακτικά εύγλωττα, 124 χρόνια πριν, την ελληνική (και όχι μόνο) στρέβλωση ερμηνείας του… πολιτικού. Γεγονός που οι μεταγενέστερες γενιές – συμπεριλαμβανομένης και της δικής μας - αντιλήφθηκαν στην πράξη, ώστε σήμερα να μπορούν να χαμογελούν πικρά στο άκουσμα της. Η Σοφία Μαραθάκη, δημιουργός της ίδιας, ανεπανόρθωτα ματαιωμένης γενιάς, αναγνωρίζει στο έργο του Καπετανάκη «Ο γενικός γραμματέας» την αδιαμφισβήτητη εγκυρότητά του και την εμπλουτίζει εύστοχα με τα συλλογικά μας βιώματα.

Έτσι, όταν στρογγυλοκάθεσαι στην πλατεία της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού κι εμπρός σου χορεύουν τσάμικο περήφανοι τσολιάδες, με γραβάτα περασμένη στο λαιμό, υπό τους ήχους της επικής μουσικής του Καρλ Ορφ (της νεομεσαιωνικής μουσικής των «Κάρμινα Μπουράνα» που το ΠΑΣΟΚ χρησιμοποίησε επανειλημμένα στις προεκλογικές του συγκεντρώσεις κατά τα ένδοξα ‘80s) κι αντί για λευκό μαντήλι στα χέρια τους κρατούν ανεμίζοντα ψηφοδέλτια, κάνεις στα γρήγορα ένα μεταπολιτευτικό rewind και κυρίως μια, αυτοκριτικού χαρακτήρα, διάγνωση: Τα θεμέλια του νεότερου ελληνικού κράτους δεν είναι (προφανώς) η Ακρόπολη – η οποία δεσπόζει στο ωραίο σκηνικό του Κωνσταντίνου Ζαμάνη – αλλά η τέχνη του δημοκόπου, του σφετεριστή, του πατριδοκάπηλου. «Όλος ο κόσμος σκοτώνεται να γίνει δημόσιος υπάλληλος». διαπιστώνει ο Λάμπρος, ο κεντρικός ήρωας του έργου.  που στέφεται εν μια νυκτί, γενικός γραμματέας ολόκληρου υπουργείου.
Ποιοί ήμασταν λοιπόν, πριν γίνουμε κάποιοι άλλοι; Ο Λάμπρος - ο εθνικός μας αντικατοπτρισμός - είναι ένας αμόρφωτος προύχοντας της επαρχίας που παρασύρεται από το ρεβανσισμό ανοικοδόμησης του νεοελληνικού κράτους, καθώς και την ξιπασμένη, ελαφρόμυαλη γυναίκα του και εκμεταλλευόμενος την αλάνθαστη μέθοδο των κομματικών ρουσφετιών διορίζεται στην κορυφή του κρατικού μηχανισμού παρότι, όπως παραδέχεται, «δεν έχει προσόντα ούτε για κλητήρας». Ο Λάμπρος και η φαμίλια του λοιπόν ζυμώνεται με τη «μεγάλη τάξη» και σε τρία χρόνια «γίνονται αγνώριστοι». Συναναστρέφονται faux αριστοκράτες εξ Ευρώπης, ντύνονται και μιλούν σαν αυτούς, παριστάνουν τους «συγγενείς» των, πίνουν σαμπάνιες σε κρυστάλλινα ποτήρια, φορούν φτερά στην κεφαλή και βαυκαλίζονται πως ανήκουν «εις την Δύση». Στην πραγματικότητα βεβαίως παραμένουν αμαθείς, ανόητοι και υποκριτές που τρέφουν ρουσφετολόγους και όλοι μαζί ανίδεοι γλεντούν το δημόσιο χρήμα· μέχρι φυσικά να γευτούν την προσωπική τους χρεωκοπία.

Η σκηνοθεσία της Σοφίας Μαραθάκη παρακολουθεί την αγέραστη σάτιρα «μετ' ασμάτων» του Ηλία Καπετανάκη όχι μόνο για να σχολιάσει το γενετικό «λάθος» στο ελληνικό dna - που έχει καθορίσει έναν αιώνα από κοινωνικο-πολιτικά ευτράπελα - αλλά και την εξωφρενικά επιφανειακή αντιμετώπιση του Έλληνα στην κατάκτηση μιας καινούργιας ταυτότητας.
Το έργο, δηλαδή, σκηνοθετικά αναπτύσσεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του. Είναι μια απόλυτα συγκροτημένη κωμωδία με ευρωπαϊκό αέρα βωντβίλ, είναι μια σκεπτόμενη πολιτική σάτιρα που υπερτονίζει την παλαιόθεν κατάντια μας και είναι και μιούζικαλ εποχής. Το δε αίτημα του Καπετανάκη για άσματα φιλτράρεται εδώ από το συνθετικό ταλέντο του Χαράλαμπου Γωγιού - παρότι υπάρχουν στιγμές που η παρένθεση των τραγουδιών μοιάζει περιττή, επεκτείνοντας, χωρίς λόγο, τη διάρκεια της παράστασης.

Σε αυτό το λειτουργικό πλαίσιο η Σοφία Μαραθάκη (η οποία και υποδύεται έναν από τους γκροτέσκα δοσμένους χαρακτήρες του έργου) κουρδίζει άψογα την ομάδα της οδηγώντας την με προσοχή στη σύνθεση ενός θιάσου που συγγενεύει με την καρικατούρα. Νευρική κίνηση (από τη Βρισηίδα Σολωμού), σε στιγμές απολαυστικό υπερπαίξιμο, αλλά μια αίσθηση βαθιάς μελαγχολίας τέμνει την γραμμή ερμηνείας των ηθοποιών  - εξαιρετικοί στο σύνολο τους. Παρότι οι κωμικές εκρήξεις αναδεικνύουν περισσότερο τους Ρένα Κυπριώτη, Σοφία Μαραθάκη, Κωνσταντίνο Παπαθεοδώρου και Γιώργο Σύρμα.

Το σκηνικό του Κωνστταντίνου Ζαμάνη που ακροβατεί υφολογικά σε παλιομοδίτικη σκηνή θεάτρου (με χαρακτηριστικά θεάτρου σκιών) και προεκλογικό μπαλκόνι συμπυκνώνει λαμπρά την επίγευση του έργου για το ποιοί είμαστε: Ακροβάτες ανάμεσα σε ψέματα, υποσχέσεις και αρχαία κάλλη.

Γιατί να το δω:
1. Γιατί το έργο του Ηλία Καπετανάκη είναι υπέροχο και αξεπέραστο.
2. Γιατί προσφέρει άφθονο ποιοτικό γέλιο και απολαυστικές ερμηνείες.
3. Γιατί τόσο η σκηνοθετική παρτιτούρα της Μαραθάκη όσο και η μουσική του Γωγιού οδηγούν σ' ένα φρέσκο κι εύστοχο ανέβασμα.

Γιατί να μην το δω:
1. Γιατί η πυκνότητα των τραγουδιστικών παρενθέσεων πλατειάζουν κάπου – κάπου.
2. Γιατί πόσο «αυτομαστίγωμα;» ν' αντέξουμε πια;

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_fovos_3 Είδα: το «Ο φόβος τρώει τα σωθικά» σε σκηνοθεσία Σίμου Κακάλα Μία παράσταση που βρίθει πρωτότυπων ευρημάτων, αλλά χάνει την ουσία. Main_normal_img_5991s Είδα: τους «ΤρειςΕυτυχισμένους» σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά Ευφρόσυνη παράσταση με άξια διανομή. Main_viktor_(17_of_44) Είδα: το «Βικτώρ ή τα παιδιά στην εξουσία» σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη Μία καθαρόαιμα υπερρεαλιστική παράσταση που «πατά» πάνω σ΄ένα ευφυές λιμπρέτο. Main_slider Είδα: τις «Ευτυχισμένες μέρες» σε σκηνοθεσία Σύλβιας Λιούλιου Ακαματαμάχητη η Όλια Λαζαρίδου σε μια νέα, ενδιαφέρουσα ανάγνωση του Μπέκετ. Main_15370196_1315950548436833_5920552772675880863_o Είδα: το «Mamma mia» με τη Δέσποινα Βανδή Μια καλοκουρδισμένη, άρτια εκτελεσμένη και κεφάτη παράσταση για όλη την οικογένεια.
#load_content_with_ajax