Θέατρο | Είδα...

Είδα: την «Ορκισμένη Παρθένα» σε σκηνοθεσία Ενκε Φεζολλάρι 18 Ιουλίου 2017

Μία αποπροσανατολισμένη μέσα στην πληθώρα των νοημάτων της παράσταση.

Την «Ορκισμένη Παρθένα» της Αλβανίδας συγγραφέως και δημοσιογράφου Ελβίρα Ντόνες επέλεξε και σκηνοθέτησε φέτος στο πλαίσιο του φεστιβάλ Αθηνών ο Ενκε Φεζολάρι.
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επιλογή και έργο βαθιά πολιτικό και αντιπατριαρχικό, καθώς καταπιάνεται με μία παράδοση αιώνων στη γειτονική Αλβανία που «έδινε» το δικαίωμα σε κάποιες γυναίκες να απαρνούνται τη γυναικεία τους υπόσταση, να ορκίζονται αγαμία και να «γίνονται άνδρες» σε μία καθαρά ανδροκρατούμενη κοινωνία, οι κανόνες της οποίας ανέφεραν ρητά ότι οι γυναίκες αποτελούσαν απλώς και μόνο περιουσία των συζύγων τους. Οι ορκισμένες παρθένες ή «μπουρνέσες» κέρδιζαν αυτόματα το δικαίωμα ψήφου, είχαν πολύ κοντά μαλλιά, φορούσαν ρούχα αντρικά και μπορούσαν να οδηγήσουν αυτοκίνητο, να πίνουν αλκοόλ, να καπνίζουν, αλλά και να έχουν όπλο.  Η παράξενη αυτή, σχεδόν απόκοσμη, παράδοση προέρχεται από έναν φυλετικό κώδικα του 15ου αιώνα, σύμφωνα με τον οποίο οι οικογένειες που έχασαν στη μάχη όλους τους άνδρες του σπιτιού, θα μπορούσαν να αναθέσουν το ρόλο του «προστάτη» στη μεγαλύτερη σε ηλικία κόρη τους.

Στο έργο της Ντόνες,  η ορκισμένη παρθένα Χάνα/Μαρκ, είναι μία ιδιόμορφη βαλκάνια Αντιγόνη (αυτό διαβάζουμε στο δελτίο τύπου), που αποφασίζει να ορθώσει το ανάστημά της και να διαμαρτυρηθεί ενάντια στον ανορθολογισμό της εξουσίας. Ζει με τον θείο της (έμεινε από μικρή ορφανή), ο οποίος κάνει μάλιστα την υπέρβαση και συναινεί να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο. Όταν όμως θελήσει να την παντρέψει χωρίς τη θέλησή της – και μετά από μία απόπειρα βιασμού-  αποφασίζει να «θάψει» το δικό της σώμα, στα πέτρινα τοπία της Σκόδρας, στη Βόρεια Αλβανία. Δέχεται να αποποιηθεί τη γυναικεία της φύση, να ουδετεροποιηθεί πίσω από το ανδρικό της όνομα Μαρκ, για να εξασφαλίσει το ελάχιστο που οφείλεται σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και στην ελευθερία.  Υιοθετώντας αυτόν τον ιδιόρρυθμο τρόπο για να παρακάμψει τη βία ενός πατριαρχικού, ολοκληρωτικού καθεστώτος, όπως της Αλβανίας του Χότζα, δομεί τελικά μια καθ’ όλα διακριτή και σεβαστή ταυτότητα. Ταξιδεύοντας, όμως, στην Αμερική για να ξαναβρεί τους αγαπημένους της, θα έρθει αναπόφευκτα αντιμέτωπη με τη σύγκρουση ανάμεσα στη φύση της και την αρσενική φυλακή στην οποία κλείστηκε. Και ο Δυτικός κόσμος θα της φερθεί πολύ σκληρά.

Ο Ένκε Φεζολλάρι καταπιάστηκε με το ευαίσθητο και εξαιρετικά πρωτότυπο αυτό θέμα -με το οποίο έχει και έντονο συναισθηματικό δεσμό λόγω καταγωγής-  και προσπάθησε να το απογειώσει μετατρέποντάς το σε μία εξωστρεφή και εξόχως βροντερή... πληθωρική παράσταση. Σ΄ ένα υποβλητικό πέτρινο σκηνικό που παρέπεμπε εύστοχα σε φυλακή, έστησε και έντυσε τους ηθοποιούς του (σκηνικά – κοστούμια: Δάφνη Κολυβά, Εβελίνα Δαρζέντα) σαν καρικατούρες και τους έβαλε να «φωνάζουν» τα λόγια της θεατρικής του διασκευής. Τους εγκλώβισε με τις σκηνοθετικές του οδηγίες κινησιολογικά, πρόσθεσε διάφορες αψυχολόγητες εξυπνακίστικες «εντυπωσιακές» σκηνές (με αποκορύφωμα αυτές που οι πρωταγωνιστές σπάνε τσιμεντόλιθους από τα νεύρα τους) και υπό μουσική υπόκρουση που παρέπεμπε σε σαπουνόπερα, στις κρίσιμες στιγμές της ψυχολογικής τους εξωτερίκευσης, τους έβαλε να επαναλαμβάνουν τα λόγια τους αυτιστικώς και μεγαλοφώνως.
Την ίδια στιγμή «έμπλεξε» μεταξύ τους πολλά σύμβολα, νοήματα και ιδέες. Ο παραλληλισμός με την τραγικότητα του μεγαλείου της Σοφόκλειας Αντιγόνης δεν έγινε αισθητός και «έμπαζε» από παντού, ενώ η κριτική στο Κομμουνιστικό καθεστώς του Χότζα, η θέση της γυναίκας -που την πήγαιναν ως σφάγιο ντυμένη νύφη μ’ ένα φυσίγγι στο πέπλο του νυφικού της στον μέλλοντα γαμπρό- και παράλληλα τα δηκτικά σχόλια ενάντια στις παρωπίδες της παράδοσης και της πατριαρχίας ναι μεν ήταν σαφή, δε συνιστούσαν ωστόσο έναν ενιαίο νοηματικό ιστό -πέρα από την ιστορία της Χάνα αυτή καθεαυτή- που να διατρέχει την παράσταση και να διατηρεί το ενδιαφέρον στη θέαση.

Αυτό ίσως συνετέλεσε και στο αποδιοργανωθούν και να χάσουν την εσωτερική τους ένταση όλες οι ερμηνείες του πολύ αξιόλογου καστ. Ο Στάθης Σταμουλακάτος σ΄ένα ρόλο που τον ξέρει πολύ καλά από το «Στέλλα Κοιμήσου» – αυτόν του αυταρχικού πάτερ φαμίλια -  δεν έπεισε καμία στιγμή, η Αντζελα Μπρούσκου στους πολλαπλούς της ρόλους ήταν άτεγκτη και φώναζε αδικαιολόγητα δυνατά. Άνισος και ολίγον αποπροσανατολισμένος ο Γιώργος Παπαπαύλου, άχρωμος ο Αντώνης Φραγκάκης και αδιάφορες οι Μαρία Σκαφτούρα και Γεωργιάννα Νταλάρα.

Η μόνη που διεσώθη από αυτήν την καταστροφική ερμηνευτική… λαίλαπα ήταν η Παρθενόπη Μπουζούρη που κατάφερε να εσωτερικεύσει (μάλλον με δική της πρωτοβουλία) σε μεγάλο βαθμό την τραγικότητα της Χάνα και να εξωτερικεύσει σε ισορροπημένες δόσεις την ψυχοσύνθεση της προσφέροντάς μας ψήγματα συγκίνησης.

Συμπέρασμα: Η παράσταση που έστησε ο Ένκε Φεζολλάρι έμοιαζε να μη στηρίζεται πάνω σε μια συγκεκριμένη σκηνοθετική λογική, έμοιαζε να είναι βαρυφορτωμένη με πολλά ευρήματα και τεχνικές ατάκτως ερριμμένες, γεγονός που αποσυντόνισε και τους ίδιους τους ηθοποιούς. Κρίμα, γιατί το θέμα του έργου ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον.

 

Γεωργία Οικονόμου

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_fidanaki2 Είδα: το «Φιντανάκι» σε σκηνοθεσία Ανέστη Αζά Εύστοχη ανάγνωση της ηθογραφίας του Χορν που κάπου πλήττεται από διάθεση αυτοαναφορικότητας. Main__patroklos_skafidas-0460 Είδα: το «Πέερ Γκυντ» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη Το ποίημα που παρακολουθήσαμε απείχε αρκετά από το να είναι το μεγαλειώδες έπος που έγραψε ο Ιψεν. Main_shoushou08%cf%84c Είδα: τη «Μαντάμ Σουσού» σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα Η Δήμητρα Παπαδοπούλου «πλάθει» από την αρχή τον ρόλο. Main_greek_freak4 Τι κράτησα από το «Greek Freak- Fire and Fury» του Σίμου Κακάλα Εξαιρετικοί στις ερμηνείες τους οι Μωραϊτης και Βαλάσογλου. Main_slider Είδα: το «Γάμο της Μαρία Μπράουν» σε σκηνοθεσία Γιώργου Σκεύα Ατμοσφαιρική, καλοστημένη μεταφορά του κινηματογραφικού αριστουργήματος. Main_lakissofia_print%c2%a9stavroshabakis-3_copy Είδα: το «Α-πε-λπι-σί-το» με τον Λάκη Λαζόπουλο και τη Σοφία Φιλιππίδου Μία επιθεώρηση δωματίου από έναν ώριμο και ειλικρινή Λ. Λαζόπουλο.
#load_content_with_ajax