Θέατρο | Είδα...

Είδα: την «Ειρήνη» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη. 24 Ιουλίου 2017

Μείγμα καλών προθέσεων που καταλήγει σ' ένα άνισο αποτέλεσμα.

Νέες σελίδες επιχειρούνται να γραφτούν στο βιβλίο σκηνικής ανάγνωσης του Αριστοφάνη. Μετά τον πρόλογο της, κατά Μαρμαρινού, «Λυσιστράτης» (και φυσικά των, κατά Καραθάνου, «Ορνίθων» που ακολούθησαν σε παραγωγή της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση), το Εθνικό θέατρο βρέθηκε ξανά στην αναζήτηση μιας έγκυρης φόρμας για ένα σύγχρονο και όχι αγοραίο τρόπο διαχείρισης της αρχαίας κωμωδίας.

Η σκέψη για μια μουσική ερμηνεία ενός «λαϊκού» έργου όπως η αριστοφανική «Ειρήνη» σε σύνθεση του Νίκου Κυπουργού, εκτέλεση της Καμεράτας πάνω στο λιμπρέτο του Δημοσθένη Παπαμάρκου κι έχοντας εξασφαλίσει τη συμμετοχή σημαντικών ερμηνευτών του λυρικού θεάτρου, δεν μπορεί παρά να αποτιμηθεί ως πρόταση, ακόμα κι αν σε αυτήν τίθεται ως επικεφαλής ο Τζίμης Πανούσης - εκτοξεύοντας αυτομάτως την προσπάθεια στη σφαίρα της επικίνδυνης αντίφασης. Το πεδίο της κωμωδίας, ωστόσο, στέκεται ευνοϊκό απέναντι σε κάθε λογής αντιφάσεις κι έτσι η προκλητική ιδέα πρέπει, πλέον, να κριθεί στη στιγμή της πραγμάτωσής της.

Φτάνοντας ακριβώς εδώ, η δυσκολία δεν έγκειται – προς έκπληξη πολλών – στον Τζίμη Πανούση. Εντοπίζεται ωστόσο στο έλλειμμα δεξιότητας με την οποία προσπάθησαν να συνενωθούν όλοι αυτοί οι (λιγότερο ή περισσότερο ετερόκλητοι) κόσμοι, θυσιάζοντας στο τέλος το κεντρικό αίτημα μιας μουσικής προσέγγισης του έργου όπως αυτή: το ρυθμό. 

Από τη μια, το ωραίο συνθετικό μωσαϊκό του Νίκου Κυπουργού που μίξαρε από κλασική μουσική και ελληνικά λαϊκά μέχρι Τζον Λένον, ενώ φορτίστηκε και συγκινησιακά (αποτίοντας φόρο τιμής στους μεγάλους Ελληνες συνθέτες με κορυφαίο τον Μάνο Χατζιδάκι) και η άρτια εκτέλεσή του από την σπουδαία ορχήστρα της «Καμεράτας» που, στ' αλήθεια, λαμπρύνει ό,τι καταπιάνεται. Αντάμα, το λυρικό μέγεθος του Τάση Χριστογιαννόπουλου (υπέροχος στο ρόλο του Ερμή) και της Ειρήνης Καραγιάννη (στον σύντομο ρόλο της θεάς Ειρήνης) που προσέδωσαν μοιραία άλλο “ύψος” στη μουσική καταγραφή μιας αριστοφανικής κωμωδίας.
Κι από την άλλη, ο 17μελής Χορός ως εκπρόσωπος του θεατρικού κόσμου που, εις μάτην, προσπαθούσε να συναντήσει το επιτακτικό «τώρα» της μουσικής – δηλαδή την προϋπόθεση της συγκεκριμένης ανάγνωσης. Οριακά έντιμος ως προς τη μουσική διδασκαλία (Νίκος Λαάρης), αδύναμος έως και ανέμπνευστος ως προς την κινησιολογία (Σεσίλ Μικρούτσικου) ο Χορός έμενε, άθελα του, πίσω, δεν ενσωματωνόταν δηλαδή στο κεντρικό σύστημα της παράσταση. Το χάσμα δε μεγάλωνε, όταν ο Τζίμης Πανούσης  - ούτε ηθοποιός μα ούτε και τραγουδιστής, αλλά περισσότερο σατιρικός ερμηνευτής – διαχειριζόταν το ρόλο του συνδετικού κρίκου. Εκεί χανόταν κι άλλος κρίσιμος χρόνος, κι άλλος παλμός για την παράσταση. Κι ενδεχομένως, εξαιτίας αυτής της αρρυθμίας να θυσιάστηκαν και κάποια έξυπνα αστεία στο λιμπρέτο Παπαμάρκου, ανάμεσα στα αρκετά που διέθετε το κείμενο του, με διακριτικές επικαιρικές αναφορές στη «μοίρα των Ελλήνων, τη σακατεμένη».
Στην αυτονομία του, πάντως, ο Τζίμης Πανούσης αποδείχθηκε απολύτως συνεπής. Κωμική φιγούρα και φορέας σατιρικής φαυλότητας υποδύθηκε το ρόλο του αλτρουϊστή Τρυγαίου, χαρακτηρίζοντας τον με το προσωπικό εκφραστικό του ταπεραμέντο και  - παρότι αναπαρήγαγε κάποιες γνώριμες ατάκες της ρητορείας του – ο Τρυγαίος του παρέμεινε Τρυγαίος· δεν έγινε, δηλαδή, Πανούσης. Στο πλευρό του, από την υπόλοιπη ομάδα των ηθοποιών διακρίθηκαν (και δυστυχώς είναι οι μόνοι) ο Νίκος Καρδώνης και η Ευαγγελία Καρακατσάνη για τη ζωντάνια και το κωμικό μπρίο τους.

Ενώ δηλαδή, η πρόθεση υπήρξε και η πρόταση για τον πολυσυζητημένο, «άλλο» Αριστοφάνη τέθηκε ξανά, η προσπάθεια στη σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη ευδοκίμησε αποσπασματικά για να εξαντληθεί γρήγορα στην ανισότητα της. Τα σκαμπανεβάσματα στο ρυθμό αναβαθμίστηκαν σε έντονη φλυαρία κατά το δεύτερο μέρος της παράστασης, όπου, από γραφής, ο Αριστοφάνης αφήνει το έργο άμοιρο πλοκής. Ο ποιητής πλέκει αγόγγυστα το εγκώμιο της Ειρήνης και τεκμηριώνει την αναγκαιότητά της, ανάγοντάς την σε πηγή ευτυχίας και γονιμότητας. Αρκεί βεβαίως μια στιγμή – στην παράσταση αυτό δηλώνεται (ομολογουμένως πολύ ωραία) με το πέρασμα πολεμικών αεροσκαφών πάνω από τον αέρα της αργολικής ορχήστρας – για να επιβεβαιωθεί πως η ειρήνη είναι ένα διάλειμμα ουτοπίας σε ζωές που κυβερνά ο φόβος.

Και μπορεί η ευκαιρία για ένα ακόμα επεισόδιο στη σύγχρονη παραστατική ουτοπία να μην αξιοποιήθηκε όπως της έπρεπε, θα ήταν άδικο ωστόσο να μην αποδοθούν τα εύσημα σε δύο δημιουργούς που εργάστηκαν επίσης προς όφελος της: Τον Στάθη Μήτσιο που εγκαινίασε με φαντασία την τεχνική της εικονικής σκηνογραφίας στην Επίδαυρο και τον Αλέκο Αναστασίου για τις φωτιστικές του ατμόσφαιρες.

 
 

Γιατί να το δω:
-Για την πρωτότυπη ιδέα μουσικής ερμηνείας μιας αριστοφανικής κωμωδίας.
-Για το άρτιο μουσικό μέρος.
Γιατί να μην το δω:
-Για την προβληματική ρυθμολογία της παράστασης.
-Για το άνευρο σύνολο του χορού.

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_slider Είδα: την «Άγρια Δύση» σε σκηνοθεσία του Θοδωρή Αθερίδη Το έργο φέρνει απόηχους περισσότερο από αστικό δράμα, παρά από επιθεώρηση. Main_vasistas_argyro_chioti_site_31_photo_evi_fylaktou.jpg Είδα: τις «Χοηφόρες» σε σκηνοθεσία Αργυρώς Χιώτη Ενδιαφέρουσα προσέγγιση που υπονομεύεται από σειρά τεχνικών προβλημάτων. Main_slider Είδα: την «Κασσάνδρα» σε σκηνοθεσία Ερβέ Λουασμόλ Η Φανί Αρντάν επαληθεύει το υποκριτικό της status σε ένα κείμενο με περιορισμένο ενδιαφέρον. Main_hlektrapapalifoura Είδα: την «Ηλέκτρα» σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη Λιτό, εύρυθμο αλλά και σχηματικό ανέβασμα που διασώζεται χάρη σε κάποιες ερμηνείες. Main_kostas_filippoglou_vatraxoi_site_13_photo_panos_giannakopoulos Είδα: τους «Βατράχους» σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου Καλόγουστη κι ευφρόσυνη ανάγνωση με ευχάριστες ερμηνείες. Main_kthve_giannis_anastasakis_orestis_site_18_photo_tasos_thomoglou Είδα: τον «Ορέστη» σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη Ανισο και ετεροβαρές αποτέλεσμα με επί μέρους καλές στιγμές.
#load_content_with_ajax