Θέατρο | Είδα...

Είδα: τoυς «Πέρσες» σε σκηνοθεσία Αρη Μπινιάρη 01 Σεπτεμβρίου 2017

Μια νέα πρόταση στο αρχαίο δράμα, άψογα εκτελεσμένη.

Μυσταγωγική εγκαρτέρηση κι εκστατική ορμή. Δύο ασύνδετες, με την πρώτη ματιά, ατμόσφαιρες αναδεύτηκαν απρόσμενα - παρότι σχολαστικά μελετημένα - για να κορυφωθούν σε μια παράσταση που σπάνια συναντάμε στο αρχαίο δράμα.

Ο σκηνοθέτης Αρης Μπινιάρης εξακολουθεί να κινείται στη σφαίρα της ευχάριστης έκπληξης. Οπως πριν από πέντε χρόνια πρωτοσυστήθηκε στο  αθηναϊκό κοινό με το επιχείρημα ενός street διονυσιασμού που φορούσε all star και t-shirt thrash metal μπάντας, με την ίδια αχαλίνωτη φόρα προσέρχεται στο χώρο της τραγωδίας και δη της αισχύλειας  – χωρίς να επιτρέψει στη σκηνική ζωτικότητα που διαθέτει το λεξιλόγιο του να τον παρασύρει σε ατοπήματα.

Συνεπής μελετητής του είδους, όπως αποδεικνύεται, φέρει στην επιφάνεια τη μουσικότητα του έργου χάρη σ' έναν κώδικα που αντλεί από τη ρυθμολογία της ανατολίτικης μουσικής παράδοσης και τον οποίο αφήνει να εμποτίσει κάθε πόρο της παράστασης των «Περσών». Ο ρυθμός, το μέτρο (διδασκαλία Θόδωρος Στεφόπουλος) σε υψηλούς και χαμηλούς τόνους – για να μην μεταχειριστούμε τη mainstream έννοια του beat αφού μέχρι σε hip hop τζαμάρισμα καταφεύγει ο Χορός - καθορίζει τη σκηνοθετική παρτιτούρα, “αναγκάζοντας” το θεατή να συντονιστεί, αν όχι, να καθηλωθεί από τον παλμό της.

Μ' έναν τρόπο, ο θεατής γίνεται οργανικό μέρος της παράστασης, μη χάνοντας λεπτό από την εξέλιξη του δράματος, που στην ουσία είναι ένας παρατεταμένος θρήνος πάνω στην παραδοχή της πολεμικής ήττας και συντριβής. Οι «Πέρσες» σπαράζουν για το «μέγα πέλαγος των δεινών» που πάνω τους ξεσπά• φοβούνται και λυγίζουν, θυμώνουν και αγωνιούν, βιώνουν τη φρίκη και την απόγνωση της καταστροφής και ο ρυθμός του λόγου παρακολουθεί ή ακριβέστερα παλμογραφεί αυτήν τους τη συναισθηματική διακύμανση με τα ύψη και τα βάθη της. Εκεί άλλωστε προκύπτει και ο ετερόκλητος συνασπισμός υφών της παράστασης: Από τη μια, η δαιμονική ενέργεια της πολεμικής ιαχής κι από την άλλη η υπνωτιστική εσωτερικότητα του βωβού θρήνου.  Φυσικά, όπου ο ορμητικός λόγος σωπαίνει έρχεται η μουσική για να βεβαιώσει την, πρώτου βαθμού, συγγένεια μαζί του. 

Γνήσιοι φορείς αυτού του συστήματος της σκηνοθεσίας τίθενται άπαντα τα μέλη του θιάσου. Ο ανδρικός 16μελής Χορός - οι Πέρσες, άοπλοι και βάρβαρα ηττημένοι από την στρατηγική ευφυΐα των Ελλήνων -  στέφεται το κύριο εργαλείο της. Μοναδικό τους όπλο τους, τώρα ο λόγος• με αυτόν “πυροβολούν” και από αυτόν λαβώνονται. Άριστη η, μεταξύ τους, λειτουργία ερμηνευτικά και κινησιολογικά (Ηλίας Ανδρέου, Πέτρος Γιωρκάτζης, Γιώργος Ευαγόρου, Λευτέρης Ζαμπετάκης, Νεκτάριος Θεοδώρου, Μάριος Κωνσταντίνου, Παναγιώτης Λάρκου, Δαυίδ Μαλτέζε, Γιάννης Μίνως, Άρης Μπινιάρης, Ονησίφορος Ονησιφόρου, Αντρέας Παπαμιχαλόπουλος, Μάνος Πετράκης, Στέφανος Πίττας, Κωνσταντίνος Σεβδαλής), αλλά και ο τρόπος που ως ομάδα ανοίγουν χαραμάδες για τη ανάδειξη του ενός. Αναμφίβολα ένα από τα πιο καλοκουρδισμένα σχήματα τραγωδίας που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια και σίγουρα το πλέον δονούμενο.

Κι έπειτα οι ηθοποιοί των ρόλων. Πάει καιρός που έχουμε συνειδητοποιήσει πως κάθε σκηνοθέτης που έχει στη διάθεση του την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη οφείλει να θεωρεί τον εαυτό του τυχερό. Η Ατοσσά της, μια γήινη βασίλισσα της συμφοράς των Περσών, είναι η αφορμή για να οδηγηθεί σ' έναν ακόμα άθλο αυτοκυριαρχίας και  συγκέντρωσης, να καθηλώσει στο δερβίσικο χορό της, να συναρπάσει στο δαιμονικό ξέσπασμα της επίκλησης της στον Αδη, να βεβαιώσει πως είναι μια ολική πρωταγωνίστρια, ψυχή, μυαλό και σώμα, που κερδίζει ακαριαία το θαυμασμό και το σεβασμό μας.
Ο Νίκος Ψαρράς, ο αναδυόμενος από τον Κάτω Κόσμο, Δαρρείος υπέροχος στη μακαριότητα του νεκρού που αίφνης βρίσκεται να ισορροπεί ανάμεσα στη νηνεμία του θανάτου και στην ταραχή της ζωής. Ο Αντώνης Μυριαγκός τέλος ως Ξέρξης, δηλαδή η κορυφή στο παγόβουνο της ήττας των Περσών, συμπυκνώνει μέσα σε λίγα λεπτά όλο το νόημα του έργου: Καταρρακωμένος από τη συμφορά, μα μην έχοντας απολέσει εντελώς την αλαζονεία που τον έχει οδηγήσει μέχρι εκεί. Συγκινητικός και παρόλα αυτά ακριβής, ο Αγγελιαφόρος του Χάρη Χαραλάμπους.
Κρίσιμη για την παρουσία όλων επί σκηνής η κινησιολογική σχεδίαση της Λίας Χαράκη, συνάγωγη του λόγου και της μουσικής. Καθοριστικά για την όψη της παράστασης τα καλόγουστα κοστούμια της Ελένης Τζιρκαλλή και τα σκηνικά Κωνσταντίνου Λουκά.

Γιατί να το δω:
1. Για την εμπνευσμένη σκηνοθετική πρόταση.
2. Για τον ερμηνευτικό άθλο της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη.
3. Για το ασκημένο σύνολο του Χορού.
Γιατί να μην το δω:
1. Γιατί ολοκλήρωσε τον κύκλο της.

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_%ce%a5%cf%80%cf%8c%ce%ba%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%b7_%ce%a1%ce%ad%ce%bd%ce%b7_%ce%a0%ce%b9%cf%84%cf%84%ce%b1%ce%ba%ce%ae_%ce%a5%ce%bf-%ce%ba%ce%b9-%cf%87%ce%b9_%ce%a6%cf%89%cf%84%cf%8c_%ce%94._%ce%a3%ce%b1%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82 Είδα: το «Υο κι χι» σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δεν βγήκε στην υπόκλιση της πρεμιέρας της «Yo Κι Χι» στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής Σκηνής. Main_''lyssasmenh_gata''_new_____photo_2 Είδα: τη «Λυσσασμένη Γάτα» σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη Ένα κλασικό και στιβαρό ανέβασμα με τρεις καλές ερμηνείες. Main_slider Είδα: τo «Heisenberg» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου Μια γλυκιά, ανθρώπινη αν και χαμηλών τόνων, παράσταση. Main_img_1869 Είδα: τη «Μόλλυ Σουήνη» σε σκηνοθεσία Ιώς Βουλγαράκη Μια τρυφερή παράσταση που πραγματεύεται εύστοχα το ζήτημα της «τυφλότητας» και της ...ταυτότητας. Main_dscf2864 Είδα: τον «Δον Κιχώτη» σε σκηνοθεσία Σοφίας Σπυράτου Μία φανταχτερή και καθ' όλα έντιμη παιδική παράσταση. Main_at171011_1823a Είδα: τo «7 χρόνια» σε σκηνοθεσία Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου Καλοστημένο και καλοπαιγμένο δράμα αγωνίας πάνω σε σύγχρονα αδιέξοδα.
#load_content_with_ajax