Θέατρο | Είδα...

Είδα: τη «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη 07 Αυγούστου 2017

Ενδιαφέρουσα ανάγνωση μεν που δεν απογειώθηκε συναισθηματικά.

Είναι μια από τις σπάνιες αναγνώσεις της «Μήδειας» σαν μια τραγωδία ερωτικού πάθους· κι όχι σαν μια τραγωδία της προδοσίας, της ατίμωσης, της εκδίκησης ή του εξωστρακισμού της Ξένης. Κι από αυτή την άποψη, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον η προσέγγιση της Μαριάννας Κάλμπαρη αφού τοποθετεί το δημοφιλέστερο έργο του Ευριπίδη στη βάση της οικουμενικότερης θεματικής: Του Ερωτα – άρα και του Θανάτου.

Ο θρήνος που αναβλύζει από το «ολάσπρο στέρνο» της  ηρωίδας, ο όλεθρος στον οποίο ολόκληρη βουλιάζει αναφέρεται και ανήκει σε όλους. Γι' αυτό και τόσο το πρωτότυπο κείμενο (στην εμβληματική μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά) όσο και η, εύστοχα, ενισχυμένη δραματουργία από ένθετα κείμενα αρχαίων συγγραφέων (τα Θεόκριτου Ειδύλλια, Αρτεμίδωρου Ονειροκριτικά, Πλούταρχου Ερωτικός, Πλάτωνος Συμπόσιο) φορτίζεται με προσοχή στα σημεία εκείνα που υμνούν «του έρωτα το μέγα κακό». Εκεί όπου όλα και όλοι συνηγορούν πως «ο έρως έχει το ρόγχο του θανάτου».

Η σκηνοθεσία αντιμετωπίζει τον έρωτα ως μια δαιμονική κατάσταση. Εξ ου και εισάγει μια απροσδιόριστη, αρχικά, παρουσία (ερμηνευμένη από την Αλεξάνδρα Καζάζου) σαν σκιά πλάι στη Μήδεια της Μαρίας Ναυπλιώτου, η οποία εκπροσωπεί το έρεβος, τον άγριο ερωτικό θυμό που οπλίζει το χέρι της ηρωίδας στις «θαρραλέες πράξεις» της και εν τέλει εξυπηρετεί τον ψυχικό διχασμό της εν όψει της παιδοκτονίας.  «Δαίμονας είναι ο έρωτας, ο μεγαλύτερος από τους δαιμόνους... Ο δαίμονας εκείνου που αγαπάει κι όχι εκείνου που αγαπιέται» όπως εμφατικά εισηγείται η δραματουργία καθώς το πάθος και η ομοφροσύνη έχει επικρατήσει αμετάκλητα.
Στο μέσον της ορχήστρας (σε σκηνογραφία Κωνσταντίνου Ζαμάνη) επιβάλλεται ένα υπερυψωμένο κρεβάτι - ο θρόνος από τον οποίο αποκαθηλώνεται η Μήδεια. Μια πρόταση που λειτουργεί σημειολογικά για όλο το συναισθηματικό ύψος το οποίο συμπυκνώνει ο μύθος και η αρχετυπική μορφή της ηρωίδας – παρότι την ίδια ώρα παραπέμπει ωραία σε νεορεαλιστικούς κώδικες αποτύπωσης της ερωτικής κατάστασης.

Ολα λοιπόν, από τη δραματουργία ως την όψη, μιλούν, περιγράφουν και υπαγορεύουν μιαν αφήγηση για τα ύψη και τα άκρα που κατακτά η ανθρώπινη φύση. Το ερώτημα είναι αν τα κατακτά και η ίδια η παράσταση αφού – χωρίς, επί της ουσίας, να της λείπει τίποτα - δεν υψώνεται για να αγγίξει όσα διαπραγματεύεται, δεν εκπέμπει το ίδιο πάθος και δεν απηχεί τα ίδια φορτία.

Τι φταίει; Επιχειρώντας μια υποκειμενική εξήγηση, από το σήμα που εκπέμπει μια παράσταση στο
σήμα που προσλαμβάνει ένας θεατής, ενδεχομένως να ευθύνεται η εγκράτεια, το μέτρο, ο λυρισμός που δεν απελευθερώθηκε όσο θα μπορούσε. Διότι ευκαιρίες υπήρξαν. Από τη θαυμάσια νουάρ, κινηματογραφικής υφής, μουσική του Παναγιώτη Καλατζόπουλου και την ωραία εκτέλεση της από την τετραμελή ορχήστρα ως τα ζεστά, αισθησιακά φώτα της Στέλλας Κάλτσου. Από τους πύρινους μονολόγους της Μαρίας Ναυπλιώτου (θα επανέλθουμε εδώ αναλυτικότερα) ως και την ίδια τη συνέργεια του τοπίου στα σκηνικά τεκταινόμενα: Καθώς ο θίασος συνομιλούσε με τους δαιμόνους του έρωτα, ο βραδινός, βουνίσιος αέρας στροβίλιζε ένα σύννεφο σκόνης στο πλευρό τους, θαρρείς για να τους επιβεβαιώσει
Υπήρξαν ωστόσο και οι αδυναμίες. Η αμήχανη κινησιολογία (Μαρίζα Τσίνγκα), η χρήση του τραγουδιού  που άνοιγε πολύ τον κύκλο των παράλληλων δράσεων, η διασπασμένη και άρα συρρικνωμένη λειτουργία του Χορού. Κι έπειτα η άνιση απόδοση της ομάδας.

Ας ξεκινήσουμε με τα θετικά. Η Μαρία Ναυπλιώτου που καταρχάς είχε το μέγεθος μιας Μήδειας. Απέδωσε τη μέγιστη ταραχή, την παραφορά της ηρωίδας της και, παρότι επένδυσε σ' έναν προβεβλημένο τόνο άρθρωσης άφησε πράγματι το «πέλαγος να χυθεί από το στόμα της». Η Θεοδώρα Τζήμου που (επίσης για πρώτη φορά) έδωσε υπόσταση στη Γλαύκη, με μια καίρια παρουσία και ως αφηγήτρια, η Σύρμω Κεκέ και η Ιωάννα Μαυρέα μεστές ως πενθούσες γυναίκες της Κορίνθου, η Κωνσταντίνα Τάκαλου ως Αγγελιαφόρος να απελευθερώνει με τη σειρά της το δικό της δαιμόνιο· ένα μείγμα νεύρωσης κι απελπισίας.
Οι γυναίκες ηθοποιοί φαίνεται πως ανταποκρίθηκαν πιο σθεναρά στο αίτημα της σκηνοθεσίας. Αντίθετα, οι άνδρες δεν τόνωσαν ερμηνευτικά την παράσταση. Ο Χάρης Φραγκούλης ως Ιάσονας δοκίμασε μιαν ακροβασία που δεν τον δικαίωσε. Αρχικά, απέδωσε με μιαν ειρωνική λεπτότητα το θράσος του ήρωα του εμπρός στην ηθική υπεροχή της Μήδειας – συνέβαλε δε σε πολύ δυναμικούς αγώνες λόγου με τη Μαρία Ναυπλιώτου – μα στη σκηνή του επιλόγου ολίσθησε σε υπερβολές και προφανώς επιτηδευμένες λύσεις. Μόνο στο φινάλε κατά το οποίο κινούσε σιωπηλός το ματωμένο κρεβάτι έδωσε μια σισύφεια υπόνοια στην καταδίκη του ήρωα του. Ο Αλεξάνδρος Μυλωνάς με τη σειρά του, περιορίστηκε σε μια έντιμη απόδοση του Κρέοντα, ενώ ο Γεράσιμος Γεννατάς απλώς διεκπεραιωτικός στη σύντομη εμφάνιση του στο ρόλο του βασιλιά Αι
γέα.
Παραλαμβάνουμε λοιπόν, μια «Μήδεια» από τη Μαριάννα Κάλμπαρη και το Θέατρο Τέχνης ευανάγνωστη, καθαρή, με στέρεες προτάσεις που, παρόλα αυτά, δεν απογειώθηκε προς τη συγκίνηση· δεν συνάντησε τη Μήδεια προς την απόδραση της στον Ηλιο.

Γιατί να το δω:

  • Για την ανάγνωση του έργου ως από έρωτα τραγωδία.
  • Για την ερμηνεία της Μαρίας Ναυπλιώτου.
  • Για τη μουσική του Παναγιώτη Καλατζόπουλου.
  • Για τη σκηνογραφία του Κωνσταντίνου Ζαμάνη.

Γιατί να μην το δω:

  • Για τον θίασο δύο ταχυτήτων.
  • Για την διάσπαση της λειτουργίας του Χορού.
  • Γιατί στο σύνολο της η παράσταση απέτυχε να απογειωθεί.

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_%ce%a5%cf%80%cf%8c%ce%ba%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%b7_%ce%a1%ce%ad%ce%bd%ce%b7_%ce%a0%ce%b9%cf%84%cf%84%ce%b1%ce%ba%ce%ae_%ce%a5%ce%bf-%ce%ba%ce%b9-%cf%87%ce%b9_%ce%a6%cf%89%cf%84%cf%8c_%ce%94._%ce%a3%ce%b1%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82 Είδα: το «Υο κι χι» σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δεν βγήκε στην υπόκλιση της πρεμιέρας της «Yo Κι Χι» στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής Σκηνής. Main_''lyssasmenh_gata''_new_____photo_2 Είδα: τη «Λυσσασμένη Γάτα» σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη Ένα κλασικό και στιβαρό ανέβασμα με τρεις καλές ερμηνείες. Main_slider Είδα: τo «Heisenberg» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου Μια γλυκιά, ανθρώπινη αν και χαμηλών τόνων, παράσταση. Main_img_1869 Είδα: τη «Μόλλυ Σουήνη» σε σκηνοθεσία Ιώς Βουλγαράκη Μια τρυφερή παράσταση που πραγματεύεται εύστοχα το ζήτημα της «τυφλότητας» και της ...ταυτότητας. Main_dscf2864 Είδα: τον «Δον Κιχώτη» σε σκηνοθεσία Σοφίας Σπυράτου Μία φανταχτερή και καθ' όλα έντιμη παιδική παράσταση. Main_at171011_1823a Είδα: τo «7 χρόνια» σε σκηνοθεσία Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου Καλοστημένο και καλοπαιγμένο δράμα αγωνίας πάνω σε σύγχρονα αδιέξοδα.
#load_content_with_ajax