Θέατρο | Είδα...

Είδα: τoν «Οιδίποδα Επί Κολωνώ» σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη 16 Αυγούστου 2017

Επίπεδο ανέβασμα που θυσιάζει τη συνάντηση άξιων συντελεστών.

Είναι απορίας άξιον πως ένας θίασος πρωταγωνιστών μπορούν να μείνουν καθολικά απροστάτευτοι από μια παράσταση που αδυνατεί να δώσει ένα, κάποιο στίγμα. Ο «Οιδίποδας επί Κολωνώ», το πρόσφατο ανέβασμα της σοφόκλειας τραγωδίας από το σκηνοθέτη Σταύρο Τσακίρη είναι ένα τέτοιο παράδειγμα· μια παράσταση που τόσο χάρη συντελεστών, όσο και χάρη επιλογής κειμένου εγγυάται μεν αλλά εν τέλει δεν μπορεί να δικαιώσει αυτήν την «εγγύηση».

Το κύκνειο άσμα του Σοφοκλή και συνάμα το σπάνια παιζόμενο αυτό έργο (σε νέα μετάφραση Δημήτρη Δημητριάδη) παρακολουθεί τις τελευταίες ημέρες στον πολύπαθο βίο του Οιδίποδα καθώς «τυφλός χωρίς πατρίδα» περιπλανιέται «αέναα φυγάς και φτωχός» με μοναδική του ακόλουθο την κόρη (κι αδελφή του) Αντιγόνη. Ο Σοφοκλής κοιτάζει τον Οιδίποδα στα αιμόφυρτα του μάτια όταν πια τίποτα δεν ανοίγεται μπροστά του παρά ο θάνατος. «Ερπω ήδη στην τελευταία οδό» λέει ματαιωμένος από τη μοίρα που του επιφύλασσε «μάλλον πάθη, παρά πράξεις». Είναι η στιγμή της κρίσης όπου ο Οιδίπους – έχοντας φτάσει στο άλσος του Κολωνού, στις παρυφές της πόλης των Αθηνών - δοκιμάζει τον έσχατο αναστοχασμό πάνω στην αστάθεια και το μάταιο της ύπαρξης καταλήγοντας στο σπαρακτικό συμπέρασμα «να μη γεννηθεί κανείς· το πιο καλό απ' όλα».

Κι όμως, βασισμένη σ' αυτό το, μεγάλου οντολογικού βάθους, έργο παραδίδεται μια παράσταση επίπεδα αφηγηματική και άνευρη, χωρίς ύψη, χωρίς συγκινήσεις κι εντάσεις. Με εξαίρεση ίσως, την καθαρότητα με την οποία ακούγεται το κείμενο από τους ηθοποιούς, τα κέρδη του ανεβάσματος αναζητούνται σε επί μέρους  στοιχεία ή χειρότερα σε λεπτομέρειες.
Ξεκινώντας από τους πρωταγωνιστές – που είναι ασφαλώς η σημαντικότερη “επένδυση” της σκηνοθεσίας – οι αξιοπρεπείς εμφανίσεις είναι το καλύτερο που μας επιφυλάσσεται.
Ο Κωνσταντίνος Καζάκος (προφανώς σε μια σημαντική στιγμή στην καριέρα του) έχει τη στιβαρότητα και το μέτρο που απαιτεί ο ρόλος μα δεν επιχειρεί να ανοιχτεί σε τίποτα περισσότερο από αυτά. Ο Αρης Τρουπάκης ως Θησέας, ο Δημήτρης Ημελλος ως Κρέοντας, η Κόρα Καρβούνη στο ρόλο της Αντιγόνης και ο Δημήτρης Λάλος ως Πολυνείκης κρατούν όλοι ένα καλό επίπεδο ερμηνείας χωρίς ωστόσο τίποτα να ερεθίσει τις δυνατότητες τους για παραπάνω. Ο Δημήτρης Λιγνάδης διακρίνεται, αναμφίβολα, της ομάδας χάρη στο αφηγηματικό του κύρος αλλά και γιατί πετυχαίνει να προσφέρει κάποιες κορυφώσεις σε μια παράσταση που πάσχει από έλλειμμα διακυμάνσεων.

Παρόλα αυτά, η έννοια του συνόλου, μιας “κοινής”, ομοιογενούς ερμηνείας από την ομάδα επουδενί δεν κατακτιέται. Η ίδια διαπίστωση ταλανίζει και τον κρίσιμο, σε κάθε τραγωδία, ρόλο του Χορού. Το πενταμελές σχήμα του «Οιδίποδα» συμπεριλαμβάνεται στα πιο αγύμναστα (φωνητικά και κινησιολογικά) σύνολα που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια με αποκορύφωμα την αναίτια καθοδήγηση του – όπως και ο Χορός των ψαλτών – να “πατήσει” πάνω στα λόγια των ηρώων, προκαλώντας τουλάχιστον σύγχυση στο θεατή.

Το εύρημα των Ψαλτών (σε μουσική Μίνωα Μάτσα) που, ενδεχομένως θα μπορούσε να αιτιολογηθεί ως μια σκέψη η οποία συνοδεύει τον Οιδίποδα στην τελευταία του κατοικία, επίσης δεν δικαιώνεται στην πράξη – για να μην ισχυριστούμε ότι “περισσεύει”.
Μα και αισθητικά, η παράσταση δεν έχει να εισηγηθεί κάτι, μη μπορώντας ίσως να ξεφύγει από τον κανόνα της ευελιξίας που απαιτεί μια μεγάλη περιοδεία. Τα σκηνικά του Κέννυ Μακ Λέλλαν υπακούουν στη γνώριμη λιτότητα του αλλά στερούνται έμπνευσης. Τα χιλιοφορεμένα «στρατιωτικού τύπου» κοστούμια (εδώ από τη Θάλεια Ιστικοπούλου) μοιάζουν απλώς αδιάφορα μέχρι τη στιγμή που η προσθήκη συγκεκριμένων “αξεσουάρ” τα αναβαθμίζει στα όρια του αισθητικού ατοπήματος.
Η συνάντηση τόσων άξιων ηθοποιών και δημιουργών μένει σε εκκρεμότητα, εκκωφαντικά αναξιοποίητη, αφήνοντας την επίγευση ενός συμβατικού ανεβάσματος. 

Γιατί να το δω:
Για τους καλούς ηθοποιούς που απαρτίζουν το θίασο.
Γιατί είναι μια από τις σπάνιες φορές που παίζεται η τραγωδία του Σοφοκλή.

Γιατί να μην το δω:
Για τη συμβατική σκηνοθετική προσέγγιση.
Για την αισθητική σύγχυση.
Για την προβληματική παρουσία του Χορού.

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_slider Είδα: τo «Heisenberg» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου Μια γλυκιά, ανθρώπινη αν και χαμηλών τόνων, παράσταση. Main_img_1869 Είδα: τη «Μόλλυ Σουήνη» σε σκηνοθεσία Ιώς Βουλγαράκη Μια τρυφερή παράσταση που πραγματεύεται εύστοχα το ζήτημα της «τυφλότητας» και της ...ταυτότητας. Main_dscf2864 Είδα: τον «Δον Κιχώτη» σε σκηνοθεσία Σοφίας Σπυράτου Μία φανταχτερή και καθ' όλα έντιμη παιδική παράσταση. Main_at171011_1823a Είδα: τo «7 χρόνια» σε σκηνοθεσία Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου Καλοστημένο και καλοπαιγμένο δράμα αγωνίας πάνω σε σύγχρονα αδιέξοδα. Main_irma_6_low_2__copy Είδα: την «Κατάρα της Ίρμα Βεπ» σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα Διασκεδαστικό, ανάλαφρο, καλοκουρδισμένο, αν και κάπως παλιομοδίτικο. Main_seafarer_print_stavroshabakis-10 Είδα: τo «Φάρο» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη Ενα επιτυχημένο πείραμα πάνω σε μια απρόσμενη δραματουργία που υπολογίζει πολλά στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών.
#load_content_with_ajax