ΤΕΤΑΡΤΗ 17 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018
Θέατρο | Είδα...

Είδα: τον «Γλάρο» σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά 29 Νοεμβρίου 2017

Ενδιαφέρουσα ανάγνωση του τσεχωφικού αριστουργήματος με καλές ερμηνείες υψηλού επιπέδου αλλά και σοβαρό έλλειμμα εσωτερικότητας.

Ο Γιάννης Χουβαρδάς δεν παρεκκλίνει από το να δημιουργεί κόσμους ακριβείας. Οι σκηνοθεσίες του συνομιλούν με την έννοια της “κατασκευής” και κατά συνέπεια το υλικό του πειθαρχεί στο πλαίσιο  αυτής. Στην περίπτωση του «Γλάρου», της τρίτης του ενασχόλησης με τον Αντόν Τσέχωφ, αυτό γίνεται σαφές από την πρώτη σκηνή. Επικουρούμενος από τη δραματουργική τοποθέτηση που συνοψίζεται περίπου στην τσεχωφική φράση «ναι, αλλά χωρίς θέατρο γίνεται; Δεν γίνεται!» εγκαθιστά τη σκηνοθεσία του εκεί που από καιρό ανήκει: Στο θέατρο, στα σπλάχνα του.

Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά – ως αρχιτεκτονικό κόσμημα - λειτουργεί σαν φυσικό σκηνικό και συνάμα σαν δραματουργικό κέντρο της παράστασης του όπου η ομολογία του «θέατρο εν θεάτρω» είναι απαραίτητη προϋπόθεση όχι μόνο για την τέλεση της παράστασης αλλά και για την παρακολούθηση της. Υπάρχει μια αφετηριακή συνενοχή εδώ: Βλέπουμε τους ηθοποιούς να παίζουν τον «Γλάρο», οι ήρωες του οποίου είναι  ηθοποιοί και γενικότερα άνθρωποι του θεάτρου. Ολα συμβαίνουν κάτω από τον πολυπρισματικό αυτό φακό.

Τα όρια της τέχνης που υποδύεται τη ζωή και της ζωής που παράγει τέχνη είναι δυσδιάκριτα. Και οι καλλιτεχνικές αγωνίες του Τσέχωφ για «ένα θέατρο σε απόλυτη σύγχυση» αντανακλούν αυτόματα την υπαρξιακή αγωνία, την υπαρξιακή σύγχυση. Ετσι, το σκηνικό εύρημα (με την υπογραφή της Εύας Μανιδάκη) της πλαστικής μεμβράνης που συμβολίζει τη λίμνη όπου γύρω της διαδραματίζεται η πλοκή δεν περιορίζεται μόνο στο προφανές αλλά έχει και μια περαιτέρω σημειολογία: Είναι αντικατοπτρισμός, ίσως και μια διάφανη αυλαία που επιτρέπει στη ζωή να κρυφοκοιτάζει το θέατρο και τούμπαλιν.

Η ερμηνευτική γραμμή παρακολουθεί αυτή την αμφισημία. Ο σκηνοθέτης φαίνεται να ζητά από τους ερμηνευτές να ισορροπήσουν ανάμεσα στα θεατρινίστικα, γκροτέσκα ενίοτε, καμώματα και στο ρεαλισμό του Τσέχωφ. Να μπαίνουν και να βγαίνουν στη ζωή, με την ίδια συχνότητα που μπαίνουν και βγαίνουν στη σκηνή. Για μια ομάδα άξιων πρωταγωνιστών και συνάμα συνεκτική – οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν συνυπάρξει ξανά και ξανά στη σκηνή – αυτή η πρόκληση δείχνει να μοιάζει “εύκολη” ενώ δεν είναι. Από το σύνολο ξεχωρίζει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη – που επικρατεί ως γνήσια ντίβα εντός κι εκτός έργου – και ο Νίκος Κουρής που δίνει ένα πυρετικό πορτρέτο του φέρελπι Τρέπλιεφ· του ήρωα που επιβεβαιώνει πως η πραγματική ματαίωση έρχεται μόνο όταν ροκανίζεται η ελπίδα στην καθημερινότητα κι όχι εξαιτίας των μεγάλων, χαμένων ονείρων.
Μα και ο υπόλοιπος θίασος ανταποκρίνεται στην συγγραφική προσταγή των ανθρώπων που πλήττουν φιλοσοφώντας, που τους έχει «αρπάξει η δίνη της ζωής»: Ο Ακύλλας Καραζήσης (τσεχωφικά βαθύς), ο Νίκος Χατζόπουλος (καρατερίστας από τους λίγους), η Αλκηστις Πουλοπούλου (αποδοτικότερη μέσα στην αθωότητα της Νίνα παρά στην απελπισία της), ο Δημήτρης Ημελλος (ερμηνεύει σχεδόν με μπεκετική στωϊκότητα), η Αννα Καλαϊτζίδου (εκρηκτική μέσα στον κυνισμό της), η Σύρμω Κεκέ (στην πιο γκροτέσκα εκδοχή της κωμωδίας του Τσέχωφ), ο Δημήτρης Μπίτος (ιδανικός να ενσωματώνει τα ψυχικά τοπία των ηρώων του) και ο Δημήτρης Παπανικολάου (στην πιο σύντομη μα και τραγικότερη ερμηνεία του έργου).

Η εμφάνιση τους μετά τη χρονική μετατόπιση του έργου στο μέλλον ως τσίρκο αλλόκοτων πλασμάτων (κοστούμια Ιωάννα Τσάμη) μπορεί να διαβαστεί ως συνήθης μεταμοντερνική (γερμανικού τύπου) αισθητική παραίνεση· μπορεί πάλι να παραπέμψει στο αλαλούμ μεταμφιέσεων στο οποίο υποβάλλει καθένας τον εαυτό του για να αντέξει τη ζωή.
Τι μπορεί, λοιπόν, να λείπει στ' αλήθεια από μια κατασκευή σαν αυτή; Το πέταγμα. Ο «Γλάρος» του Γιάννη Χουβαρδά κάνει χαμηλότερες πτήσεις από αυτές που, δυνητικά, θα μπορούσε γιατί η ακρίβεια του πλαισίου χειραγωγεί την ποίηση. Δευτερεύουσας σημασίας τα προβλήματα στην ακουστική – όταν ο λόγος διατυπώνεται πίσω από το πλαστικό σκηνικό παραπέτασμα – και τα συχνά τρεχαλητά των πρωταγωνιστών που προκαλούν αποπροσανατολισμό κι ένα περιττό “θόρυβο” στη σκηνική δράση. Αν, ωστόσο, η εγκεφαλικότητα δεν είχε ψαλιδίσει το ποιητικό περιβάλλον θα μιλούσαμε για μια, ακόμα, σημαντική παράσταση του σκηνοθέτη.

 
Γιατί να το δω:
-Για τις ερμηνείες υψηλού επιπέδου.
-Για το concept της παράστασης.
-Για την ευφάνταστη σκηνική ιδέα.

Γιατί να μην το δω:
-Γιατί η παράσταση δεν «απογειώνεται» ποτέ ποιητικά.

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_slider Είδα: το «Θα ονειρεύεσαι πάλι μια καινούρια φορεσιά» σε σκηνοθεσία Η. Ελληνικιώτη Μία ενδιαφέρουσα σκηνοθετική πρόταση. Main_original_slider_(1) Είδα: «Το Σώσε» σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου Ξεκαρδιστική, ευφυής, παρά το φορμαλισμό της, μετα-φάρσα. Main_slider Είδα: το «Ριχάρδος Β’- Το Ρέκβιεμ ενός Βασιλιά» σε σκηνοθεσία Marlene Kaminsky Ο Τάσος Νούσιας ερμηνεύει τον Ριχάρδο Β’ επιτυγχάνοντας έναν υποκριτικό και κινησιολογικό άθλο, καθώς ζωντανεύει την ιστορία του βασιλιά όντας ουσιαστικά μόνος του πάνω σε μια άδεια σκηνή. Main_main_01_left Είδα: την «Κουζίνα» σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη Ενδιαφέρουσα και αισθητικά άψογη προσπάθεια αλλά με άτεχνες ερμηνείες. Main__elg0195 Είδα: τον «Τίμωνα τον Αθηναίο» σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού Μια πρώτης τάξεως εκκίνηση για το χειμερινό πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου. Main_%ce%97_%ce%9a%ce%a5%ce%a1%ce%91_%ce%a4%ce%97%ce%a3_%ce%98%ce%91%ce%9b%ce%91%ce%a3%ce%a3%ce%91%ce%a3_dsc2819 Είδα: την «Κυρά της Θάλασσας» σε σκηνοθεσία της Δανάης Σπηλιώτη Η σκηνοθέτις μάς σύστησε εκ νέου το έργο μέσα από μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σκηνική ανάγνωση.
#load_content_with_ajax