Θέατρο | Είδα...

Είδα: την «Βοσκοπούλα» σε σκηνοθεσία Δ. Αγαρτζίδη - Δ. Αναστάσογλου 29 Ιανουαρίου 2018

Απλότητα, λυρισμός και ουσία.

Αρχικά θεωρήθηκε αυθόρμητο δημιούργημα της λαϊκής ζωής της Κρήτης, ένα τραγούδι των βοσκών, σαν δημοτικό τραγούδι, ενώ αργότερα αναγνωρίστηκε ο έντεχνος χαρακτήρας της και η λογοτεχνική της αξία. Σύγχρονη της «Ερωφίλης» και του «Κατζούρμπου», γραμμένη σε κρητική διάλεκτο, η «Βοσκοπούλα» είναι το μοναδικό δείγμα του είδους της που έφτασε ως τις μέρες μας και το σημαντικότερο αντίστοιχο στην ελληνική γραμματεία και στην ευρωπαϊκή ποιμενική ποίηση της εποχής. Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1627 και καθόλου τυχαία ο εκδότης του ποιήματος το αναφέρει ως έργο «ωφέλιμο για όποιον θέλει να αποφύγει τον έρωτα και τα πάθη της σαρκός».

Η υπόθεσή του απλή: Ένας βοσκός συναντά στην εξοχή μια πανώρια βοσκοπούλα και λιποθυμά χτυπημένος από την ομορφιά της. Οι δύο νέοι ερωτεύονται κεραυνοβόλα, ζουν ευτυχισμένες στιγμές στα λιβάδια και περνούν το βράδυ στο σπίτι της κοπέλας επειδή ο πατέρας της λείπει. Ανανεώνουν το ραντεβού τους σε ένα μήνα. Ωστόσο, ο βοσκός αρρωσταίνει και δεν είναι συνεπής. Όταν επιτέλους αναρρώνει και επιστρέφει, στο σπίτι βρίσκει μόνο τον πατέρα της κοπέλας, ο οποίος του εξηγεί ότι η βοσκοπούλα αρρώστησε και πέθανε από την στενοχώρια, επειδή πίστεψε ότι ο αγαπημένος της την ξέχασε. Τόσο ρομαντικό, τόσο απλό και τόσο τραγικό.

Οι δουλειές του Δημήτρη Αγαρτζίδη και της Δέσποινας Αναστάσογλου ανέκαθεν ξεχώριζαν για την μινιμαλιστική και αέρινη αισθητική τους, τον λυρισμό και την ποιητικότητά τους. Σίγουρα βασικό ρόλο σ΄αυτό έχει το γεγονός πως οι ίδιοι επιμελούνται τη δραματουργία των κειμένων που επιλέγουν. Εδώ, στην «Βοσκοπούλα», δεν πρόδωσαν ούτε το παρελθόν τους ούτε τις προσδοκίες του κοινού τους. Και μάλιστα ρισκάρουν, καθώς διατηρούν ατόφια την κρητική ιδιόλεκτο. Και αυτό όχι μόνο δεν ξενίζει, τουναντίον γοητεύει. Η γλώσσα της "Βοσκοπούλας" λάμπει και αναδεικνύεται, ο ήχος της ακούγεται καθάριος και ρέει από τα στόματα των πρωταγωνιστών αγόγγυστα. Όχι με ατόφια κρητική προφορά, αλλά με τη δέουσα μουσικότητα, ο εντεκασύλλαβος του ποιμενικού αυτού ειδυλλίου φτάνει στα αφτιά μας και μας γυρίζει πίσω στην παιδική μας ηλικία και προπάντων στις ρίζες και τις απανταχού ντοπολαλιές μας. 
Αυτή ακριβώς η επιλογή των σκηνοθετών, της διατήρησης της γλώσσας, σε συνδυασμό με την απλή, λιτή και απέριττη σκηνοθετική οπτική τους ήταν απόλυτα καθοριστική στη δημιουργία μιας ονειρικής παραμυθένια ατμόσφαιρας. Φωτεινής και αισιόδοξης, αλλά ταυτόχρονα σκοτεινής και μελαγχολικής. Στο δώμα του Νέου Κόσμου κρέμονταν από το ταβάνι δύο μεγάλες αρμαθιές από τριχιές. Καθόλου τυχαία η επιλογή τους, καθώς τα σχοινιά αυτά είναι απόλυτα ταυτισμένα με την παιδική μας ηλικία γιατί οι περισσότεροι από εμάς που “είχαμε χωριό” αυτά κρεμούσαμε από τα δέντρα και φτιάχναμε αυτοσχέδιες κούνιες ή κατασκευές σκαρφαλώματος. Μέσα σ΄αυτά τα σχοινιά πρωτοφιλήθηκε ο βοσκός με τη βοσκοπούλα, πάνω σ΄αυτά λικνίζονταν και ανέβαιναν, και αυτά με τους ίσκιους τους δημιουργούσαν στους γυμνούς τοίχους ολόκληρους κόσμους.
Ο Γιώργος Παπανδρέου και η Πηνελόπη Τσιλίκα αποτέλεσαν τις ιδανικές επιλογές προκειμένου να ενσαρκώσουν τους δύο πρωταγωνιστές. Αυτούς που με όχημα τη φωνή και το σώμα τους μίλησαν για την απολυτότητα του πρώτου συναισθήματος, του έρωτα και της πρώτης αγάπης. Αυτής που η οξύτητά της είναι τέτοια που “συνορεύει” ακόμη με τον θάνατο. Ο Γιώργος Παπανδρέου στο ρόλο του βοσκού ανέδυε μία γοητευτική παιδικότητα. Οι κινήσεις του, ο τρόπος που χτυπούσε τα πόδια του, το βλέμμα του, η εκφορά του λόγου του, όλα συνιστούσαν ένα ιδιαίτερα αρμονικό σύνολο που συνέθεσαν τον αυθόρμητο ερωτοχτυπημένο βοσκό.  Η Πηνελόπη Τσιλίκα ως Βοσκοπούλα εντυπωσίασε. Αφενός μεν με την φρεσκάδα της νιότης της, την ντροπαλότητά της και το στιβαρό εύθραυστο του χαρακτήρα της, αφετέρου δε με τη βαθύτητα των συναισθημάτων της, αυτή που τελικά οδήγησε την ηρωίδα της στην τραγική της κατάληξη…

Γιατί να δω την παράσταση:
-Γιατί θα περάσετε  μία ώρα περίπου “βουτηγμένοι” στην ανεμελιά και στην ουσία της ζωής, παρασυρμένοι από την γλυκιά απλότητα ενός κειμένου που συγκλονίζει ταυτόχρονα με τη βαθύτητά του.
-Για τη σκηνοθετική σύλληψη του Δημήτρη Αγαρτζίδη και της Δέσποινας Αναστάσογλου, αλλά και την ερμηνευτική φρεσκάδα των πρωταγωνιστών της.

Γιατί να μην τη δω:
- Λόγος ουδείς

Γεωργία Οικονόμου

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_slider Είδα: το «Θα ονειρεύεσαι πάλι μια καινούρια φορεσιά» σε σκηνοθεσία Η. Ελληνικιώτη Μία ενδιαφέρουσα σκηνοθετική πρόταση. Main_original_slider_(1) Είδα: «Το Σώσε» σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου Ξεκαρδιστική, ευφυής, παρά το φορμαλισμό της, μετα-φάρσα. Main_slider Είδα: το «Ριχάρδος Β’- Το Ρέκβιεμ ενός Βασιλιά» σε σκηνοθεσία Marlene Kaminsky Ο Τάσος Νούσιας ερμηνεύει τον Ριχάρδο Β’ επιτυγχάνοντας έναν υποκριτικό και κινησιολογικό άθλο, καθώς ζωντανεύει την ιστορία του βασιλιά όντας ουσιαστικά μόνος του πάνω σε μια άδεια σκηνή. Main_main_01_left Είδα: την «Κουζίνα» σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη Ενδιαφέρουσα και αισθητικά άψογη προσπάθεια αλλά με άτεχνες ερμηνείες. Main__elg0195 Είδα: τον «Τίμωνα τον Αθηναίο» σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού Μια πρώτης τάξεως εκκίνηση για το χειμερινό πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου. Main_%ce%97_%ce%9a%ce%a5%ce%a1%ce%91_%ce%a4%ce%97%ce%a3_%ce%98%ce%91%ce%9b%ce%91%ce%a3%ce%a3%ce%91%ce%a3_dsc2819 Είδα: την «Κυρά της Θάλασσας» σε σκηνοθεσία της Δανάης Σπηλιώτη Η σκηνοθέτις μάς σύστησε εκ νέου το έργο μέσα από μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σκηνική ανάγνωση.
#load_content_with_ajax