Θέατρο | Είδα...

Είδα: τον «Πλούτο» σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγεβιτς 16 Ιουλίου 2018

Μία εύστοχη διασκευή με εξαιρετικές ερμηνείες από το σύνολο των ηθοποιών.

Ο «Πλούτος» είναι η τελευταία κωμωδία του Αριστοφάνη την οποία μάλιστα δίδαξε ο ίδιος ο ποιητής επί άρχοντα Αντίπατρου το 388 π.Χ. Ανήκει στη Μέση Κωμωδία, δεν έχει Παράβαση και τα λυρικά μέρη του Χορού είναι πολύ περιορισμένα. Αποτελεί θα λέγαμε μία μετάβαση στην κωμωδία των ηθών. Ο περιορισμός, επίσης, του Χορού είναι τόσο εμφανής, που κάλλιστα μπορούμε να μιλάμε και για εξαφάνισή του (μάλιστα η έλλειψη των λυρικών μερών του Χορού σημειώνεται με τη λέξη «ΧΟΡΟΥ», την οποία συναντάμε πέντε φορές στο έργο). Αφορμή για τη συγγραφή του έδωσε στον ποιητή η άθλια πολιτική, κοινωνική και κυρίως οικονομική κατάσταση με τις υπάρχουσες χτυπητές αντιθέσεις κι αδικίες, που έκαναν τους πτωχούς πτωχότερους και τους πλούσιους πλουσιότερους.

Το περιεχόμενό της μοιάζει λίγο με παραμύθι, με το οποίο ο Αριστοφάνης προσπαθεί να διδάξει το θεατρόφιλο κοινό κατά τρόπο αλληγορικό για τον θεό του Πλούτου. Ο Χρεμύλος επισκέπτεται το μαντείο των Δελφών για να ρωτήσει τον θεό, αν πρέπει να διαπαιδαγωγήσει το παιδί του όχι για να γίνει «καλός καγαθός», αλλά πανούργος κι άδικος, για να μπορέσει να επιβιώσει σε μια άθλια κι άδικη κοινωνία. Εκεί, λαμβάνει έναν «άσχετο» χρησμό: να ακολουθήσει αυτόν που θα συναντήσει πρώτο μετά την έξοδό του από το μαντείο και να τον φιλοξενήσει σπίτι του. Έτσι, επιστρέφει φέρνοντάς μαζί του έναν τυφλό γέρο άντρα, ύστερα από παραίνεση του Απόλλωνα. Με τη βοήθεια του δούλου του, Καρίωνα, ανακαλύπτει πως ο άντρας που έχει πάρει στο κατόπι δεν είναι άλλος από τον Πλούτο. Ο Χρεμύλος και όλοι οι τίμιοι συμπολίτες του θα ευημερήσουν, αν ο Πλούτος ξαναδεί το «φως το αληθινό». Η θεραπεία του Ασκληπιού στέφεται με επιτυχία κι η δικαιοσύνη αποκαθίσταται. Η Πενία (Φτώχεια) που τόσο καιρό διαφέντευε την πόλη, προσπαθεί τώρα να υπερασπιστεί τις χάρες της φτωχής πλην τίμιας ζωής. αλλά οι Αθηναίοι δεν πείθονται και σχεδιάζουν να εγκαταστήσουν τον Πλούτο στην παλιά του θέση, στο πίσω μέρος του ναού της Αθηνάς (εκεί όπου φυλάσσονταν τα χρήματα του Δημοσίου).

«Αμα δεν δώσεις το ρευστό δεν αγοράζει κανείς τίποτα- χωρίς ρευστό δεν έχει ψώνια, κατάλαβες;» Αυτά είναι τα λόγια που αναφέρουν ο Χρεμύλος και ο Καρίων στον Πλούτο, όταν τον συναντούν, κι αυτά ακριβώς χαράχτηκαν ανεξίτηλα στο μυαλό του Νικίτα Μιλιβόγεβιτς κι αποφάσισε να διασκευάσει και να σκηνοθετήσει την κωμωδία αυτή του Αριστοφάνη. Ο Σέρβος σκηνοθέτης έστησε μια εύστοχη κι απόλυτα έντιμη παράσταση που συντηρεί μέχρι τέλος το ενδιαφέρον στη θέαση, προκαλεί ουκ ολίγες φορές αυθόρμητα το γέλιο και στοχάζεται πάνω στο κεντρικό ερώτημα που θέτει ο ποιητής για τον τρόπο κατανομής του πλούτου εξετάζοντας τις αναγωγές του στο σήμερα. Και θέτουμε τους χαρακτηρισμούς αυτούς εκκινώντας από το βασικό, πως δηλαδή στο πρόγραμμα της παράστασης - το οποίο σημειωτέον είναι εξαιρετικά πλούσιο- η παράσταση ορίζεται ως διασκευή κι όχι ως πιστή μετάφραση του κειμένου του αρχαίου κωμωδιογράφου.

Ακολουθώντας τον δρόμο που χάραξε ο Νίκος Καραθάνος στους δικούς του «Ορνιθες» - αλλά όχι με budget εφάμιλλο της Στέγης - και με μία πληθώρα έξυπνων ευρημάτων (από το μπαλόνι με το οποίο έπαιξε ο Πλούτος/Βασίλης Χαραλαμπόπουλος με τους θεατές - μπαλόνι που έχουμε δει και τους Ορνιθες- μέχρι το drone προσγειώθηκε στην ορχήστρα του Αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου με επιβάτη τον Ερμή»), o Μιλιβόγεβιτς στηρίχθηκε στον Αριστοφάνειο «Πλούτο», εμπνεύστηκε από αυτόν και έδωσε στο κείμενο μία νέα ζωογόνο πνοή αποδεικνύοντας τον διαχρονικό... πλούτο του. Έτσι, μολονότι το έργο υποπίπτει σε κάποιες υπερβολές και θέλει κάποια «μαζέματα» ως προς τη ροή του - κυρίως μετά την πρώτη ώρα- σατίρισε καυστικά τις πολιτικο-οικονομικές συγκυρίες της εποχής μας, την ευρωπαϊκή, αλλά και παγκόσμια κοινωνικο-οικονομική δυστοπία, την «τύφλωσή» του σύγχρονου ανθρώπου από τα υλικά αγαθά και παράλληλα πραγματεύτηκε θέματα ευρείας και διαχρονικής εμβέλειας, όπως τη φύση της θεϊκής δικαιοσύνης, τη συσχέτιση της δικαιοσύνης με την ευημερία, αλλά και τα προβλήματα της άνισης κατανομής του πλούτου.
Μέσα στις λιτές, αλλά επιβλητικές θημωνιές του Κέννυ Μακ Λέλλαν και με πολύτιμο αρωγό τη θαυμάσια «χάλκινη» μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου - η οποία κατέχει εξέχουσα θέση στην παράσταση, παρά του ότι αυτό δεν ορίζεται από το αρχικό κείμενο- έδωσε μία βαλκανική απόχρωση στους διαλόγους των πρωταγωνιστών. Εύηχη και πολύ προσεγμένη η προσαρμογή του κειμένου στα ελληνικά και απολαυστικά σπιρτόζικοι οι πρωτότυποι στίχοι των τραγουδιών του Γιάννη Αστέρη. Εξαιρετικό, επισης, το ανοιχτό στις ερμηνείες σχετικά με την τυφλότητα τέλος που επέλεξε να δώσει στο έργο. Ο Πλούτος, ο Ασκληπιός και η Ντολόρες αποχωρούν αστραφτερά ντυμένοι σαν να αποτελούν τις τρεις όψεις ενός ίδιου νομίσματος και μειδιώντας ειρωνικά - σχεδόν χαιρέκακα- στους «πλούσιους» αγρότες τους αφήνουν να αναλάβουν πια τις ευθύνες τους.

Καθοριστικός για την παράσταση ο καθολικός τρόπος με τον οποίο όλοι ανεξαιρέτως οι ηθοποιοί στήριξαν ψυχή τε και σώματι τη διασκευή αυτή. Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος στην καλύτερη ίσως στιγμή του «λάμπει» κυριολεκτικά ως Πλούτος, καθώς κατορθώνει να αποτελέσει τον συνδετικό ιστό όλης της παράστασης και να δώσει ξεχωριστή υπόσταση σε μία εξαιρετικά δύσκολη και δύστροπη αριστοφανική φιγούρα με ελάχιστη δραματική υπόσταση. Ο Γιώργος Γάλλος, απολαυστικός στον κωμικό ρόλο του Χρεμύλου, κατάφερε να συνδυάσει μοναδικά την έμφυτη σοβαρότητά του με την αφέλεια του ήρωά του και μας χάρισε μία ανεπιτήδευτη ερμηνεία. Εξαιρετικός ο Καρίων του Στέλιου Ιακωβίδη, αλλά και ο Βλεψίδημος του Μάνου Βακούση. Την παράσταση, ωστόσο, κλέβει η Γαλήνη Χατζηπασχάλη που, υποδυόμενη την Πενία, μάταια εκφωνεί τις μεγαλύτερες αλήθειες του έργου καταρρίπτοντας τις ιδεαλιστικές απόψεις που λίγο πριν είχε προασπιστεί ο Χρεμύλος πως οι έντιμοι πρέπει να απολαμβάνουν τα πλούτη. Η ερμηνεία της παραμένει στους ίδιους υψηλούς τόνους και αργότερα ως Ντολόρες, βοηθός του Ασκληπιού που υποδύθηκε μοναδικά ο Γιάννης Κότσιφας. Ο έμπειρος ηθοποιός ανέδειξε για άλλη μια φορά την κωμική του φλέβα – που έχει επιδείξει ουκ ολίγες φορές πρωταγωνιστώντας στις παραστάσεις της Λένας Κιτσοπούλου- και χάρισε απλόχερα το γέλιο στο κοίλον. Η Μαρία Διακοπαναγιώτου, ο Κώστας Κορωναίος και ο Μιχάλης Τιτόπουλος έδωσαν με τη σειρά τους εξαιρετικές ερμηνείες στους πολλαπλούς τους ρόλους.

Γιατί να δω την παράσταση:

Για την ξεχωριστή της διασκευή που ναι μεν έχει βαλκανική απόχρωση, όμως οι διαστάσεις είναι ξεχωριστά διαχρονικές.
- Για τις μοναδικές ερμηνείες όλων ανεξαιρέτως των πρωταγωνιστών της.
- Για τη μουσική του Αγγελου Τριανταφύλλου.

Γιατί να μην τη δω:
- Γιατί μετά την πρώτη ώρα, το έργο μοιάζει να «ξεχειλώνει» και χάνει την αρχική του έντονη ροή.
- Γιατί οι στάσεις της περιοδείας της παράστασης είναι εξαιρετικά – και ίσως αδικαιολόγητα- λίγες....

Γεωργία Οικονόμου

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_original_703 Είδα: τις «Δούλες» σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις Ενδιαφέρουσα ανάγνωση που στερεώνεται γύρω από τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Main_slider Είδα: το «Θα ονειρεύεσαι πάλι μια καινούρια φορεσιά» σε σκηνοθεσία Η. Ελληνικιώτη Μία ενδιαφέρουσα σκηνοθετική πρόταση. Main_original_slider_(1) Είδα: «Το Σώσε» σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου Ξεκαρδιστική, ευφυής, παρά το φορμαλισμό της, μετα-φάρσα. Main_slider Είδα: το «Ριχάρδος Β’- Το Ρέκβιεμ ενός Βασιλιά» σε σκηνοθεσία Marlene Kaminsky Ο Τάσος Νούσιας ερμηνεύει τον Ριχάρδο Β’ επιτυγχάνοντας έναν υποκριτικό και κινησιολογικό άθλο, καθώς ζωντανεύει την ιστορία του βασιλιά όντας ουσιαστικά μόνος του πάνω σε μια άδεια σκηνή. Main_main_01_left Είδα: την «Κουζίνα» σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη Ενδιαφέρουσα και αισθητικά άψογη προσπάθεια αλλά με άτεχνες ερμηνείες. Main__elg0195 Είδα: τον «Τίμωνα τον Αθηναίο» σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού Μια πρώτης τάξεως εκκίνηση για το χειμερινό πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου.
#load_content_with_ajax