Θέατρο | Είδα...

Είδα: την «Ηλέκτρα» σε σκηνοθεσία Θάνου Παπακωνσταντίνου 23 Ιουλίου 2018

Ο σκηνοθέτης πραγματοποιεί το επιδαύριο ντεμπούτο του κάτω από πολύ καλές συνθήκες.

Πού τελείται η τραγωδία του Σοφοκλή; Στον οίκο των Ατρειδών είναι η απάντηση - αν πρέπει να αντιμετωπίσουμε το έργο με ρεαλιστικούς όρους. Καθώς, ωστόσο, πρόκειται για ένα μεγαλειώδες οντολογικό δράμα, ο πραγματικός τόπος τέλεσης του βρίσκεται αλλού· σ' ένα μεταίχμιο, μια υπαρξιακή σχισμή ανάμεσα στους νεκρούς και τους ζωντανούς, ανάμεσα στο θρήνο της Ηλέκτρας για το δολοφονημένο πατέρα της Αγαμέμνονα και στην εκδίκηση του φόνου του που την τρέφει και την κρατά ζωντανή. Η ανάγνωση του Θάνου Παπακωνσταντίνου είναι απολύτως έγκυρη γιατί εδρεύει ακριβώς εδώ: Εστιάζει στο οριακό σημείο, στην ακραία ανθρώπινη κατάσταση περιδίνησης μεταξύ ζωής και θανάτου, οδυρμού και εκδικητικής μανίας. Κάθεται πάνω στην καρδιά του έργου και την ακούει να χτυπά.

Εντός ενός απόσκομου, ολόλευκου τοπίου (σκηνικά Νίκη Ψυχογιού) που ορίζει αυτή την μεταβατική (και εν τέλει υπερβατική) ζώνη, ο Θάνος Παπακωνσταντίνου οργανώνει μια θριλερικού τύπου τελετουργία με θρησκευτικές αναφορές. Η Ηλέκτρα του είναι η ιέρεια ενός οργισμένου και τυφλού πένθους που προσεύχεται μόνο για τον ερχομό του Ορέστη ώστε «να φέρει την ανάσταση». Οπου ανάσταση εννοείται ο φόνος των φονιάδων του Αγαμέμνονα, δηλαδή η οριστική διάρρηξη του ιερού δεσμού με τη μάνα Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. Ο Ορέστης φαντάζει ως τιμωρός λυτρωτής και τελικά γίνεται ο τελεστής αυτού του ανόσιου αιτήματος. Η Κλυταιμνήστρα είναι η κινούμενη πηγή του μένους. Ο Παιδαγωγός είναι ο πνευματικός εμψυχωτής του εγκλήματος.  Οι Γυναίκες των Μυκηνών είναι ένα ποίμνιο από αυτόπτες μάρτυρες. Ολο το έργο του Σοφοκλή λειτουργεί σαν μια διαδικασία προετοιμασίας προς το ακραίο κακό, μια ζοφερή τελετή ωρίμανσης και απογαλακτισμού - κι αυτήν ακριβώς τη διαδρομή παρακολουθεί η σκηνοθεσία.
Ασκημένος, παρά το νεαρό της ηλικίας του, μελετητής του αρχαίου δράματος και αφοσιωμένος ανατόμος της ανθρώπινης αγριότητας, ο Θάνος Παπακωνσταντίνου πραγματοποιεί την πρώτη του έξοδο από το αμιγώς τελετουργικό θέατρο στο θέατρο του λόγου.

Η «Ηλέκτρα» του, δηλαδή, σηματοδοτεί και μια προσωπική τελετή ωρίμανσης και σκηνοθετικής ενηλικίωσης. Κι ενώ το βήμα είναι προκλητικό γιατί αφενός μιλάμε για την πιο σκοτεινή σοφόκλεια τραγωδία κι αφετέρου για μια παράσταση μεγάλης κλίμακας και ανοιχτού χώρου, ο σκηνοθέτης δεν φαίνεται να αποπροσανατολίζεται από τις απαιτήσεις, ούτε από το στόχο του. Η διδασκαλία και η μουσική τονικότητα του λόγου (σε συνδυασμό με την αναλυτική μουσική διδασκαλία από τη Μελίνα Παιονίδου) προδίδει εντατική δουλειά με τους ηθοποιούς του, η ολοκληρωμένη άποψη του γύρω από το θέατρο της αισθητικής εμπειρίας επαληθεύεται κι εδώ δυναμικά από κάθε άποψη (πλην των διεκπεραιωτικών φωτισμών της Χριστίνας Θανάσουλα που υποβαθμίζουν την ατμοσφαιρικότητα της παράστασης), η ταυτότητα του σκηνικού λεξιλογίου του αποκτά έναν πιο εξωστρεφή προσανατολισμό χωρίς να στερείται της άγριας ποιητικότητας του.

Με λίγα λόγια, ο Παπακωνσταντίνου πραγματοποιεί το επιδαύριο ντεμπούτο του, σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου, κάτω από πολύ καλές συνθήκες και με την «Ηλέκτρα» του αφήνει πίσω της κάτι καινούργιο στην αναγκαία συζήτηση για την προωθημένη μα ουσιαστική αντιμετώπιση του αρχαίου δράματος. Αλλά όπως συμβαίνει πάντα στο θέατρο ο προσωπικός άθλος προϋποθέτει κι ένα συλλογικό.

Είναι ρίσκο η απόφαση του να αναθέσει τον επώνυμο ρόλο της Ηλέκτρας σε μια ηθοποιό, εν πολλοίς άγνωστη, στο λαϊκό κοινό. Αλλά η Αλεξία Καλτσίκη είναι μια σπουδαία ηθοποιός που δικαιώνει και το ρίσκο και το ρόλο. Η βαριά μοίρα της Ηλέκτρας την οδηγεί σε μια παράφορη ερμηνεία - την ουσιαστικότερη που έχει κατατεθεί εδώ και πολλά χρόνια γι' αυτήν την ηρωίδα (μην ξεχνάμε πως ο ρόλος ανέδειξε και τη Στεφανία Γουλιώτη στην, κατά Πίτερ Στάιν, «Ηλέκτρα») - αφού πετυχαίνει να εκθέσει όχι μόνο την οριακή συμπεριφορά της αλλά και την γνώση αυτής. Από τη μια αλυχτά σαν ζώο της νύχτας και «καταγίνεται με το κακό» κι από την άλλη βυθίζεται στο απόλυτο πένθος, φορέας μιας εσωτερικής κατάβασης προς την απελπισία. 
Στο πλευρό της, ο Νίκος Χατζόπουλος, καθώς περιφέρεται σαν μαυροντυμένη φιγούρα της Ιεράς Εξέτασης, αποδίδει ένα δαιμονικό τόνο στον Παιδαγωγό. Η Μαρία Ναυπλιώτου φλερτάρει με τα όρια του παραλογισμού και της υστερικής έκρηξης για να επικυρώσει το πορτρέτο της «πανάθλιας μάνας» Κλυταιμνήστρας. Ο Χρήστος Λούλης ερμηνεύει το συντομότερο επώνυμο ρόλο του έργου, αυτό τον Αιγίσθου, αλλά καθώς ανήκει στην κατηγορία των ηθοποιών που μπορούν να λάμψουν και μέσα σε μερικά λεπτά, ενσαρκώνει αποτελεσματικότατα τόσο τη θλιβερή πτώση της εξουσίας όσο και τη δύναμη της βίας που γεννά βία. Η Ελένη Μολέσκη, σταθερή συνεργάτιδα του Θάνου Παπακωνσταντίνου, αναδεικνύει την αμφιθυμία της Χρυσόθεμις (που θυμίζει έντονα εκείνη της Ισμήνης στην «Αντιγόνη»). Υποτονικότερος από ότι απαιτεί ο ρόλος του Ορέστη, ίσως και αναποφάσιστος για το που πρέπει να τον οδηγήσει εμφανίζεται ο Αλέξανδρος Μαυρόπουλος. Ο 12μελής γυναικείος Χορός (Ασημίνα Αναστασοπούλου, Σοφία Αντωνίου, Ιωάννα Δερμετζίδου, Νάντια Κατσούρα, Ελένη Κουτσιούμπα, Κλεοπάτρα Μάρκου, Μαρία Μηνά, Ιωάννα Μιχαλά, Τζωρτζίνα Παπαθεοδώρου, Νάνσυ Σιδέρη, Καλλιόπη Σίμου, Δανάη Τίκου) δρουν σε πολύ καλό συντονισμό τόσο φωνητικά όσο και κινησιολογικά.
Είναι επίσης, η φρέσκια και παραγωγική ματιά των, πίσω από τη σκηνή, συντελεστών που συντονίζεται ωραία με την εικονοκλαστικότητα που προτείνει ο Θάνος Παπακωνσταντίνου. Τα παγωμένα λευκά σκηνικά της Νίκης Ψυχογιού λιτά και σε σημειολογική σύνδεση με το  κείμενο («φως άσπρο, τι ατέλειωτα τραγούδια θρήνου άκουσες από μένα»  λέει η Ηλέκτρα) έρχονται σε αντίστιξη με τα έξοχα μεγαλοπρεπή, αναγεννησιακά κοστούμια  της. Αν δε, της ανήκει η ιδέα της Ηλέκτρας να αλείφεται με χώμα – υπογραμμίζοντας την ακροβασία της ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών – έχει συμβάλλει με μια ακόμα ενδιαφέρουσα λειτουργία στην παράσταση. Η επιβλητική και συχνά πένθιμη μουσική του Δημήτρη Σκύλλα -  πρωτοεμφανιζόμενου στα επιδαύρια εδάφη – φορτίζει δυναμικά το τελετουργικό ύφος της σκηνοθεσίας, εδώ ζωντανά εκτελεσμένη από πενταμελή ορχήστρα μουσικών (Θοδωρής Βαζάκας, Χρήστος Γιάκκας, Μαρία Δελή, Αλέξανδρος Ιωάννου, Γιάννης Κρητικός). Η κινησιολογία της Χαράς Κότσαλη που αρχικά αποκαλύπτεται μόνο μέσα από τη μυσταγωγική οργάνωση του Χορού και αναπαράγει αναγνωρίσιμα εκκλησιαστικά μοτίβα εκρήγνυται στην τελευταία σκηνή του έργου και συνεισφέρει τα μέγιστα στο ανατριχιαστικό κλείσιμο της παράστασης: Εκεί όπου τα πρόσωπα πάλλονται παρασυρμένα από το μανικό θυμό τους, αλλά καθώς πέφτει το σκοτάδι μένουν μετέωρα, αδικαίωτα, εγκλωβισμένα στον ίδιο κύκλο αίματος.
Αναζητείστε την παράσταση στους επόμενους σταθμούς της περιοδείας της.
 
Γιατί να το δω:

  • Για την εικαστικά εντελή όψη.
  • Για την εύστοχη ανάγνωση της σοφόκλειας τραγωδίας.
  • Για την παράφορη ερμηνεία της Αλεξίας Καλτσίκη.
  • Για την αξιομνημόνευτη σκηνή του φινάλε.

Γιατί να μην το δω:

  • Για τον ελλειπή φωτιστικό σχεδιασμό που στερεί ατμόσφαιρες από τη σκηνοθεσία.

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_original_703 Είδα: τις «Δούλες» σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις Ενδιαφέρουσα ανάγνωση που στερεώνεται γύρω από τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Main_slider Είδα: το «Θα ονειρεύεσαι πάλι μια καινούρια φορεσιά» σε σκηνοθεσία Η. Ελληνικιώτη Μία ενδιαφέρουσα σκηνοθετική πρόταση. Main_original_slider_(1) Είδα: «Το Σώσε» σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου Ξεκαρδιστική, ευφυής, παρά το φορμαλισμό της, μετα-φάρσα. Main_slider Είδα: το «Ριχάρδος Β’- Το Ρέκβιεμ ενός Βασιλιά» σε σκηνοθεσία Marlene Kaminsky Ο Τάσος Νούσιας ερμηνεύει τον Ριχάρδο Β’ επιτυγχάνοντας έναν υποκριτικό και κινησιολογικό άθλο, καθώς ζωντανεύει την ιστορία του βασιλιά όντας ουσιαστικά μόνος του πάνω σε μια άδεια σκηνή. Main_main_01_left Είδα: την «Κουζίνα» σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη Ενδιαφέρουσα και αισθητικά άψογη προσπάθεια αλλά με άτεχνες ερμηνείες. Main__elg0195 Είδα: τον «Τίμωνα τον Αθηναίο» σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού Μια πρώτης τάξεως εκκίνηση για το χειμερινό πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου.
#load_content_with_ajax