Θέατρο | Είδα...

Είδα: Τις «Θεσμοφοριάζουσες» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου 31 Ιουλίου 2018

Μία ολοκληρωμένη, φρέσκια, πολύχρωμη και πλήρη έμπνευσης δουλειά.

Γεμάτες νάρκες είναι οι κωμωδίες του Αριστοφάνη, έτοιμες να τινάξουν στον αέρα όποιον δεν σεβαστεί εκείνη τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον λόγο του ποιητή και την ανάγκη να βρεθούν οι αναλογίες που θα κάνουν τα έργα να «μιλήσουν» σε θεατές, 2.500 χρόνια μετά τη συγγραφή τους…

Είναι η νάρκη της άκρατης «επικαιροποίησης», η οποία οδηγεί σε επιθεωρησιακές εκδοχές όπου ο λόγος του Αριστοφάνη χάνεται και τα έργα γίνονται ένα ξεχαρβαλωμένο πλαίσιο για να χωρέσει ο Τσίπρας, ο Μητσοτάκης και κάθε σύγχρονη κατάσταση που θα προκαλέσει το χάχανο του κοινού (και ενδεχομένως περισσότερα εισιτήρια από κάποιους που – πόσο λανθασμένα – πιστέψουν ότι βλέπουν «Αριστοφάνη»).
Είναι η νάρκη της ανατομίας και αποσυναρμολόγησης των έργων, προκειμένου να γίνει η παρουσίαση κάποιας εντελώς καινούργιας εκδοχής με όρους και θεατρικά εργαλεία των τελευταίων 50 χρόνων (βλέπε Λυσιστράτη του Μαρμαρινού), παίρνοντας αποστάσεις ετών φωτός από το «λαϊκό πανηγύρι» του Αριστοφάνη.
Είναι η νάρκη του αισθητισμού με την αποθέωση των σκηνικών, των κουστουμιών, των φωτισμών και των σκηνικών ευρημάτων που ανανεώνουν μεν το ενδιαφέρον της παραστατικότητας, αλλά αφήνουν σε δεύτερο πλάνο το κείμενο και τους χαρακτήρες, την ουσία δηλαδή της ιδιοφυίας του Αριστοφάνη (βλέπε Όρνιθες του Καραθάνου), και…
είναι η νάρκη του «πρωταγωνιστή» της παράστασης, του χαρισματικού εκείνου ενός που θα κουβαλήσει στην πλάτη του όλο το βάρος, δημιουργώντας τις συνθήκες για τη μετατροπή μίας αρχαίας κωμωδίας σε one man show, κάτι που δεν είχε καθόλου – μα καθόλου – σκοπό να κάνει η αρχαία κωμωδία.       

Αυτές τις «νάρκες» της αριστοφανικής κωμωδίας κατάφερε να περάσει με επιτυχία ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος με τις «Θεσμοφοριάζουσες» στην Επίδαυρο, παραδίδοντας μία πλήρη εκδοχή σύγχρονης παράστασης Αριστοφάνη με ζωντανό λόγο, πιστότητα στο περιεχόμενο του έργου, ευρηματική ατμόσφαιρα και απολαυστικούς υποκριτές, με τον Μάκη Παπαδημητρίου να σαρώνει στην ορχήστρα, χωρίς όμως να επισκιάζει το σύνολο της πρότασης που από την αρχή μέχρι το τέλος παρέμεινε στιβαρή και συμπαγής στις προδιαγεγραμμένες κατευθύνσεις της.

Η πρώτη επιτυχία της παράστασης του Θεοδωρόπουλου είναι ότι κανείς θεατής δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει τα έργα του Ευριπίδη (που ήταν απόλυτα οικεία στο κοινό του Αριστοφάνη) για να παρακολουθήσει τις παρωδίες και τη «φιλολογική κριτική» του πυρήνα του έργου. Η ολοζώντανη μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα παίρνει τον κάθε θεατή από το χεράκι και τον εισάγει στον κόσμο του Αριστοφάνη με την απλότητα της διήγησης ενός παραμυθιού. Οι χαρακτήρες σχηματίζονται μπροστά στα μάτια μας, η διαδρομή που κουβαλά ο καθένας αποκαλύπτεται χωρίς βάσανο και τα όποια γνωστικά κενά αναπληρώνονται από έξυπνα λεκτικά και παραστατικά σχήματα. Ο Μπουκάλας χρησιμοποιεί τις βωμολοχίες με φειδώ και βρίσκει σωστές αναλογίες από τη συγχρονία για να αποδώσει τα απρόσμενα αστεία του Αριστοφάνη που δε θα λειτουργούσαν σήμερα.

Η δεύτερη επιτυχία της παράστασης είναι ότι αποτελεί μία ξεκάθαρη, εμφανώς πολυδουλεμένη και γι αυτό στέρεα συνολική πρόταση. Οι «Θεσμοφοριάζουσες» του Θεοδωρόπουλου δεν στήνονται γύρω από ένα κεντρικό εύρημα ή κάποιον ηθοποιό, αλλά αποτελούν μία ολοκληρωμένη, φρέσκια, πολύχρωμη και πλήρη έμπνευσης δουλειά. Οι σκηνές των γυναικών, τοποθετημένες πίσω από τη σκηνή της Επιδαύρου, που δημιουργούσαν ένα τεράστιο πεδίο δράσης, οι φωτισμοί (τι αίσθηση όταν φωτίστηκαν οι πέτρες της σκηνής μαζί με τα σκηνικά!), η μουσική (υποβλητική και παιγνιώδης), η κίνηση του χορού, τα πανέμορφα κοστούμια, οι περούκες «Φλίνστοουνς», όλα υπηρετούσαν μία και μόνο – ενιαία - «ατμόσφαιρα» παράστασης. Τα καρτουνίστικα εικαστικά στοιχεία έδεναν με τα παραστατικά «γκαγκς» του βωβού κινηματογράφου, οι ρεαλιστικές φωτοσκιάσεις με τα «τύμπανα αγρίων» της ζωντανής ορχήστρας και ο αστείος λόγος με τις ακόμα πιο αστείες κινήσεις. Οι: Νίκος Κυπουργός (μουσική), Σεσίλ Μικρούτσικου (χορογραφίες), Άγγελος Μεντής (κοστούμια), Μαρία Ηλία (ζωγραφική κοστουμιών) και Σάκης Μπιρμπίλης (φώτα) αποτέλεσαν εξαιρετικές μονάδες που μοιράστηκαν την ίδια αισθητική κατεύθυνση, δημιουργώντας ξεκάθαρο, πρωτότυπο και λειτουργικό αποτέλεσμα.

Η τρίτη επιτυχία της παράστασης είναι οι ηθοποιοί της. Ο Θεοδωρόπουλος πήγε στη νεότερη γενιά ταλαντούχων κωμικών ή μη ηθοποιών και κέρδισε στον τομέα της ανανέωσης και της φρεσκάδας. Ο Μάκης Παπαδημητρίου, για πρώτη φορά σε κεντρικό ρόλο αριστοφανικής κωμωδίας, σάρωσε την ορχήστρα της Επιδαύρου με το ταλέντο και την πλαστικότητά του. Απέδωσε έναν Μνησίλοχο το ίδιο πειστικό ως «κάφρο» στη συνάντησή του με τον Αγάθωνα, όσο «παιχνιδιάρη» ως γυναίκα και «πονηρούλη» όταν επιχειρεί να απελευθερωθεί από τον τοξότη. Ο Παπαδημητρίου συγκίνησε με τη φωνή, με το σώμα, με την κίνηση, με την έκφραση, με τη ματιά του και αποθεώθηκε από το κοινό. Πρόκειται για έναν σπουδαίο ηθοποιό που έφτασε με πολλή δουλειά στο κέντρο της ορχήστρας της Επιδαύρου και αναμένεται να βρεθεί εκεί πολλές φορές στο μέλλον. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος επέστρεψε στην Επίδαυρο μετά την «Άλκηστη» της Κ.Ευαγγελάτου για να υποδυθεί έναν νευρικό Ευριπίδη που γίνεται σπαρταριστός όταν παριστάνει τον Μενέλαο στην προσπάθεια να απελευθερώσει τον Μνησίλοχο - η εκφορά του λόγου του έκανε όλο το θέατρο να λυθεί στα γέλια. Εξίσου κωμικός ήταν ο Γιώργος Χρυσοστόμου στον διπλό ρόλο του Αγάθωνα και του τοξότη. Ως Αγάθωνας πήρε πάνω του την απόδειξη της «διπροσωπίας» του τραγικού λόγου, εναλλάσσοντας το «αντρικό» και πομπώδες ύφος με την τσαχπινιά του «γυναικωτού» δημιουργού, ενώ ως Σκύθης επιβλήθηκε με την τοποθέτηση του κορμιού του, ξεσηκώνοντας επίσης το γέλιο του κοινού. Ιδιαίτερη προσοχή αξίζει ο Γιώργος Παπαγεωργίου που κράτησε τους ρόλους του υπηρέτη του Αγάθωνα, του Κλεισθένη και του Πρύτανη, αποδίδοντας και τους τρεις με εξαιρετικό ταλέντο, ενώ από τις γυναίκες η Ελένη Ουζουνίδου επιβεβαίωσε τη σπουδαία εκφραστικότητά της, η Νάντια Κοντογιώργη έπαιξε με πείσμα και τραγούδησε πανέμορφα, η Άνδρη Θεοδότου προσέφερε άφθονο γέλιο με το έντονο σωματικό της παίξιμο και η Μαρία Κατσανδρή κέρδισε το κοινό με τη συνολική παρουσία της.

ΛΙΓΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ      

Οι «Θεσμοφοριάζουσες» έχουν χαρακτηριστεί «κωμωδία πολιτικής αμηχανίας» του Αριστοφάνη, καθώς η Αθήνα το 411 π.Χ. βρισκόταν μπροστά σε συνομωσίες ανατροπής του πολιτεύματος που δημιουργούσαν μία κατάσταση άκρως ρευστή και επικίνδυνη για τους πολίτες και τον δημόσιο λόγο τους.

Δεν γνωρίζουμε εάν ο Αριστοφάνης εκτίμησε αυτή τη ρευστότητα του κλίματος και επέλεξε να στραφεί στη «σάτιρα της τραγωδίας», βάζοντάς στο στόχαστρό του τον Ευριπίδη, πάντως οι αναφορές του στην πολιτική επικαιρότητα της εποχής είναι μεν αιχμηρές και στοχευμένες, αλλά πολύ περιορισμένες σε έκταση. 

Στις «Θεσμοφοριάζουσες» παρακολουθούμε τον Ευριπίδη και έναν συγγενή του (ονόματι Μνησίλοχο, σύμφωνα με σημειώσεις) να επιχειρούν να παρεισφρήσουν στο Θεσμοφόριον, το ιερό της Δήμητρας, όπου για τρεις ημέρες μία φορά το χρόνο οι (παντρεμένες με πολίτες) γυναίκες της Αθήνας γιόρταζαν μόνες τους τη θεά. Ο Ευριπίδης έχει μάθει ότι πρόκειται να συνωμοτήσουν για την τιμωρία του, επειδή τις διαβάλει με τις τραγωδίες του και προσπαθεί να τις αποτρέψει. Στην αρχή επιχειρεί να πείσει τον (γυναικωτό) ομότεχνό του Αγάθωνα, να εμφανιστεί ως γυναίκα ανάμεσά τους και να τον υπερασπιστεί. Όταν δεν τα καταφέρνει, βάζει τον συγγενή του να παραστήσει τη γυναίκα, αφού κάνει αποτρίχωση στα γεννητικά του όργανα (κάτι βέβαια τελείως παράλογο, αφού είτε με τριχοφυΐα είτε όχι, τα γεννητικά του όργανα θα παρέμεναν ανδρικά…). Ο Μνησίλοχος στην αρχή καταφέρνει να παραπλανήσει τις γυναίκες αλλά, όταν ένας άλλος γυναικωτός, ο Κλεισθένης, τις ενημερώνει ότι ένας άντρας είναι ανάμεσά τους, τότε αποκαλύπτεται η ανδρική του ταυτότητα και κρατείται αιχμάλωτος. Ο Ευριπίδης, όπως του είχε υποσχεθεί, σπεύδει να τον σώσει με τεχνάσματα σαν κι αυτά που είχε παρουσιάσει στις τραγωδίες του «Ελένη» και «Ανδρομέδα», αλλά τα καταφέρνει μόνο όταν συνάψει ειρήνη με τις γυναίκες και με ένα καινούργιο τέχνασμα ξεγελάσει τον Σκύθη φρουρό του κρατουμένου.

Η τραγωδία ήταν πάντα ένας από τους πιο αγαπημένους στόχους της κωμωδίας με την παρωδία τόσο του ύφους της τραγικής ποίησης όσο και αυτούσιων στίχων που, απομονωμένοι από τα συμφραζόμενά τους, έμοιαζαν ακατανόητοι, υπερβολικοί, παράλογοι και εν τέλει κωμικοί.

Ο Ευριπίδης ιδιαίτερα, ποιητής εν ζωή δοξασμένος στα χρόνια δημιουργίας του Αριστοφάνη, που έψαξε σε βάθος την ψυχολογία της γυναίκας επιχειρώντας να παρουσιάσει την οπτική της σε ακραίες καταστάσεις, έγινε στα χέρια του Αριστοφάνη ο ιδανικός στόχος για αλύπητη σάτιρα, άδικη και ουδόλως αντικειμενική, όπως άλλωστε όφειλε να κάνει εκ καταβολής της η αρχαία κωμωδία. 

Ο Ευριπίδης παρουσιάζεται από τον Αριστοφάνη ως μισογύνης, δίνοντας την αφορμή στον κωμωδιογράφο να στήσει ένα έργο από καθαρά ανδροκρατική σκοπιά στα βήματα του Ησίοδου (Πανδώρα) και του Σημωνίδη, αναπαράγοντας δηλαδή την κυρίαρχη ιδεολογία που ήθελε τις γυναίκες άπιστες και ραδιούργες αλλά και τους άνδρες που απαρνιούνταν τα συμπεριφορικά χαρακτηριστικά του φύλου τους (υιοθετώντας το γυναικείο «κοινωνικό φύλο»), άξιους διακωμώδησης.    

Μπροστά όμως από το ιδεολογικό υπόστρωμα, ο Αριστοφάνης ξεδιπλώνει στις «Θεσμοφοριάζουσες» με ιδιοφυΐα την τέχνη του, παραδίδοντας αριστοτεχνικές παρωδίες των έργων του Ευριπίδη και του Αγάθωνα, ανακατεμένες με λαϊκά χωρατά, αστεία για τα τερτίπια των γυναικών και τα ελληνικά του Σκύθη τοξότη, απρόσμενες βωμολοχίες και το χαρούμενο τέλος που κάνει την «φιλολογική κριτική» του έργου μία συναρπαστική και πολυεπίπεδη φάρσα θριάμβου της κωμωδίας επί της τραγωδίες, αφού, όταν αποτυγχάνουν όλες οι πολύπλοκες μηχανορραφίες του Ευριπίδη, επιστρατεύεται μία ταπεινή πόρνη για να δώσει την (απλοϊκή) λύση στα δεινά του «πάσχοντα ήρωα». Ο κόσμος του Αριστοφάνη νικά τον κόσμο του Ευριπίδη στις «Θεσμοφοριάζουσες», επιβεβαιώνοντας ότι η άδικη, θρασεία, ασεβής, ισοπεδωτική και βωμολόχος σάτιρα στα χέρια ενός κορυφαίου ποιητή δεν μπορεί παρά να είναι ακαταμάχητη.  

Γιατί να δω την παράσταση

-  Σπάνια παρακολουθούμε πια στην Επίδαυρο σκηνοθετική πρόταση χωρίς αμηχανία στην τοποθέτηση του χορού, είτε πρόκειται για τραγωδία, είτε για κωμωδία. Κάποιοι δημιουργοί τείνουν να καταργήσουν τελείως τον χορό, ενώ άλλοι επιμένουν να τον παρατάσσουν ή να τον περιφέρουν άσκοπα, λες και απλώς θέλουν να γεμίσουν την ορχήστρα του θεάτρου… Στις «Θεσμοφοριάζουσες» ο χορός έδωσε χρώμα και ρυθμό στην παράσταση ως κεντρικό οργανικό στοιχείο της, χωρίς καμία υποψία αμηχανίας.

-  Αδίκως προβληματίστηκε ο σκηνοθέτης για την Παράβαση και τα σκληρά λόγια που λένε οι γυναίκες για τις μανάδες των άξιων και των ανάξιων ανδρών. Το ερωτηματικό που τοποθέτησε στο τέλος, απάλυνε καθοριστικά την αυστηρή – για τα σύγχρονα δεδομένα - θέση του Αριστοφάνη.

-  Διάρκεια: 90 λεπτά. Σωστά! Δεν είμαστε αρχαίοι Έλληνες να παρακολουθούμε πάνω σε πάγκους και πέτρες τρεις παραστάσεις στη σειρά. Ξημεροβραδιαζόμαστε σκυμμένοι πάνω σε κομπιούτερ, «σαπίζουμε» σε μαλακούς καναπέδες, έχουμε «μέσες», αυχενικά και αγύμναστα σώματα, δεν αντέχουμε περισσότερο από 90 λεπτά σε θέσεις χωρίς πλάτη. Άλλωστε θαύματα μπορούν να γίνουν μέσα σε 90 λεπτά. Γιατί θα πρέπει να δοκιμάζονται οι σωματικές αντοχές μας (ενίοτε μαζί με τις αισθητικές);       

Δημήτρης Καλαντζής

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_original_703 Είδα: τις «Δούλες» σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις Ενδιαφέρουσα ανάγνωση που στερεώνεται γύρω από τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Main_slider Είδα: το «Θα ονειρεύεσαι πάλι μια καινούρια φορεσιά» σε σκηνοθεσία Η. Ελληνικιώτη Μία ενδιαφέρουσα σκηνοθετική πρόταση. Main_original_slider_(1) Είδα: «Το Σώσε» σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου Ξεκαρδιστική, ευφυής, παρά το φορμαλισμό της, μετα-φάρσα. Main_slider Είδα: το «Ριχάρδος Β’- Το Ρέκβιεμ ενός Βασιλιά» σε σκηνοθεσία Marlene Kaminsky Ο Τάσος Νούσιας ερμηνεύει τον Ριχάρδο Β’ επιτυγχάνοντας έναν υποκριτικό και κινησιολογικό άθλο, καθώς ζωντανεύει την ιστορία του βασιλιά όντας ουσιαστικά μόνος του πάνω σε μια άδεια σκηνή. Main_main_01_left Είδα: την «Κουζίνα» σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη Ενδιαφέρουσα και αισθητικά άψογη προσπάθεια αλλά με άτεχνες ερμηνείες. Main__elg0195 Είδα: τον «Τίμωνα τον Αθηναίο» σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού Μια πρώτης τάξεως εκκίνηση για το χειμερινό πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου.
#load_content_with_ajax