ΤΕΤΑΡΤΗ 17 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018
Θέατρο | Είδα...

Είδα: τους «Βατράχους» σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου 13 Αυγούστου 2018

Καλόγουστη κι ευφρόσυνη ανάγνωση με ευχάριστες ερμηνείες.

Το τελευταίο ανέβασμα των «Βατράχων» από τον Κώστα Φιλίππογλου είναι μια καίρια διαπραγμάτευση της έννοιας και της σημασίας του λαϊκού θεάτρου.  Πληροί, σαφώς, τις βασικές προϋποθέσεις. Περιοδεύει ανά την Ελλάδα και σταθμεύει στο, μεγαλύτερης κλίμακας, θέατρο της χώρας, την Επίδαυρο. Εχει στη “μαρκίζα” του τέσσερις δημοφιλείς και έμπειρους κωμικούς: Λάκη Λαζόπουλο, Σοφία Φιλιππίδου, Αντώνη Καφετζόπουλο και Δημήτρη Πιατά. Και φυσικά, έχει σαν όχημα τον ποιητή μεν, σατιρικό δε, Αριστοφάνη. Με όλα τα παραπάνω να χαρακτηρίζουν μια παράσταση λαϊκή – δηλαδή ανοιχτή στο ευρύ κοινό – ο Φιλίππογλου ανατρέχει σε βασικές φόρμες λαϊκής σκηνικής απεικόνισης για να συνομιλήσουν μαζί της.

Τσιρκολάνικη, καρναβαλική αισθητική, επιθεωρησιακός αυτοσχεδιασμός (και – προσοχή - όχι επιθεώρηση), στοιχεία από την commedia del arte, τη φάρσα, το θέατρο σκιών, τον κόσμο των κόμικς και των κινουμένων σχεδίων. Διακριτικά επικεφαλής τους η ποιότητα του θεάτρου των μπουλουκιών την ώρα που όλα αναζητούν μια συγγένεια με την πικρή σάτιρα, την αγνή κωμική διάθεση αλλά και το όνειρο του συγγραφέα για μια διασωσμένη κοινωνία.

Στους «Βατράχους» ο Αριστοφάνης γράφει μια κωμωδία για την τραγωδία αναζητώντας (ξανά) μια καθαρτική πράξη για να σώσει την Αθήνα. Ο πόλεμος έχει ρημάξει τα πάντα, οι δημαγωγοί έχουν επικρατήσει και η πτώση των ηθών και του πνεύματος χαρακτηρίζει την κατάσταση στην πόλη. Ο θεός Διόνυσος αναζητά λύση στον Αδη - τη μόνιμη, πλέον, κατοικία των πνευματικών ταγών – όπου καταφεύγει μαζί με τον δούλο του Ξανθία για να ανασύρει από το σκοτάδι έναν ποιητή.  Καλείται λοιπόν, να επιλέξει ανάμεσα στους κορυφαίους τραγωδούς, Ευριπίδη και Αισχύλο ποιον θα “αναστήσει”. Ασφαλώς, πρόκειται για ένα από τα πολιτικότερα αριστοφανικά κείμενα, όπου το θέατρο, η τέχνη και ο πολιτισμός όχι μόνο αναδεικνύονται ως έσχατη σανίδα σωτηρίας σε καιρούς παρακμής αλλά είναι πηγή ζωής για μια “νεκρή” πόλη. 
Η παράσταση δεν εστιάζει – αν και σε στιγμές υπαινίσσεται – τη σύνδεση με τη σημερινή κατάσταση· απομακρύνεται, δηλαδή, από το επικαιρικό στοιχείο κι αυτό είναι αρκούντως απελευθερωτικό. Ετσι, η σκηνοθεσία αποδρά από τον σκανδαλιστικό λόγο, επικεντρώνεται στην αναμέτρηση με το έργο και τα νοήματα του, στην «αναμέτρηση της ποίησης με την ποίηση» όπως λέει και ο Αριστοφάνης, εδώ σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα.
Εννοείται πως δεν είναι η πρώτη φορά που η κωμωδία αναπαράγει και ενσωματώνει στη διαλεκτική της ποικιλία υφών του λαϊκού (και όχι μόνο) θεάτρου. Δεν είναι καν η πρώτη φορά που το βλέπουμε να συμβαίνει στον Αριστοφάνη – μόλις δύο χρόνια πριν ο Νίκος Καραθάνος στους «Όρνιθές» του είχε συλλέξει αντίστοιχα εργαλεία για να στήσει την ιπτάμενη ουτοπία του. Ωστόσο, και σε αυτή την προσπάθεια συγχωνεύονται εύστοχα και αρμονικά από το σύνολο. Πόσο, μάλλον, όταν δεν είναι αυτονόητη η σύνθεση του συνόλου· όταν τον Χορό συνθέτει μια ομάδα ταλαντούχων, ασκημένων μα νεότερων ηθοποιών, ενώ το πρωταγωνιστικό τέμπο το δίνουν έμπειροι και, εγνωσμένης αξίας, ηθοποιοί που δεν παύουν να εκπροσωπούν μιαν άλλη γενιά – άρα και μιαν άλλη τεχνική και άποψη για το θέατρο. Κι όμως, στο τέλος, έχουν αμφότεροι αφομοιώσει το ετερόκλητο υλικό δημιουργώντας μιαν, αρκούντως, συνεκτική ομάδα.

Επικεφαλής τους (αναμφίβολα) ο Λάκης Λαζόπουλος. Πρωταγωνιστής που έχει ενεργή σχέση με το κοινό και την ανάγκη να εισπράττει από αυτό σε πραγματικό παρασταστασιακό χρόνο, “πειθαρχεί”, παρά τους αυτοσχεδιασμούς του, σε δύο ρόλους – και τι ρόλους – εκείνον του δούλου Ξανθία και του Ευριπίδη, με τα καλά αντανακλαστικά του, τη γνώριμη εξωστρέφεια του και την έντονη σωματικότητα του. Η Σοφία Φιλιππίδου είναι μια σπουδαία κωμικός κι εδώ το επιβεβαιώνει ξανά - σπαρταριστή η ερμηνεία της κατά τη συνάντηση με τους «Βατράχους». Ο Δημήτρης Πιατάς ναι μεν επιμένει στην προσωπική του μανιέρα (με τις αναγνωρίσιμες πρακτικές της τοποθέτησης της φωνής του), παρόλα αυτά και το γέλιο αποσπά και φτιάχνει μια χαριτωμένη καρικατούρα του θεού Ηρακλή. Επαρκής αλλά χωρίς εκπλήξεις εμφανίζεται ο Αντώνης Καφετζόπουλος στο ρόλο του ποιητή Αισχύλου. Ικανοποιητική η χημεία του με τον Λάκη Λαζόπουλο στον κρίσιμο, για την παράσταση, αγώνα λόγου μεταξύ των δύο τραγωδών, μολονότι αυτός πλατιάζει χρονικά και οπωσδήποτε απαιτεί μια πιο σπιρτόζικη διαχείριση.
Ο Χορός των Γιάννη Στεφόπουλου, Γιώργου Συμεωνίδη, Εριφύλης Στεφανίδου, Τάσου Δημητρόπουλου, Γιάννη Γιαννούλη, Ειρήνης Μπούνταλη, Φοίβου Συμεωνίδη, Χρήστου Κοντογεώργη, Αλέξανδρου Χρυσανθόπουλου με κορυφαία την εξαιρετική Άννα Καλαϊτζίδου είναι καλοκουρδισμένος, απόλυτα διαθέσιμος να υπηρετήσει τα διαρκώς εναλλασσόμενα στιλ και ύφη ερμηνείας περιβάλλοντας με κέφι και παιγνιώδη διάθεση τους βασικούς πρωταγωνιστές.
Καταλυτικό ρόλο στη σκηνική τους απόδοση παίζει η κίνηση της Σοφίας Πάσχου  - που πλέον έχει αρχίσει να σχηματίζει μια σωματική γλώσσα διακριτή κάθε φορά που καλείται να επιμεληθεί τον κινησιολογικό σχεδιασμό μιας παράστασης. Μια κίνηση σε γόνιμη σχέση με τη μουσική του Νίκου Γαλενιανού (συνθέσεις πρωτότυπες αλλά και πολλές άλλες γνωστές που αναπαράγονται με πολύ χιούμορ). Ωραίοι και οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου που, ωστόσο, επικεντρώνονται στη μισή αργολική ορχήστρα υπακούοντας στη σκηνική ιδέα των Τέλη Καρανάνου και Αλεξάνδρας Σιάφκου: Μια μαύρη πλατφόρμα γεμάτη καταπακτές που παραπέμπει στον Αδη αλλά την ίδια ώρα περιορίζει τη δράση τουλάχιστον στο μισό του προσφερόμενου χώρου. Στα προβληματικά σημεία της παράστασης θα πρέπει, οπωσδήποτε, να αθροιστεί και η χρήση μικροφώνων που συχνά αδικεί τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών.

Αλλοιώνουν τα παραπάνω τις βασικές προθέσεις της παράστασης; Νομίζουμε πως όχι. Μιλώντας για την αναδιατύπωση αυτού που ονομάζουμε «λαϊκό» η παράσταση αποφεύγει τις γνώριμες, αναμασημένες λύσεις του εκχυδαϊσμένου λόγου (όπως αναφέρθηκε νωρίτερα τη μετάφραση υπέγραψε ο Γιώργος Μπλάνας), πλησιάζει ευρηματικά το σύγχρονο γούστο αξιοποιώντας ευρηματικά κλασσικές ιδέες και αποδεικνύει πως τα ονόματα ενός θιάσου δεν είναι το μοναδικό εχέγγυο μιας παράστασης για να εξασφαλίσει (και να ικανοποιήσει) το μεγάλο κοινό.

Γιατί να το δω:
-Για τις καλές ερμηνείες.
-Για την επιτυχία συνοχής μιας, διαφορετικών καταβολών, ομάδας.
-Για τον ωραίο κινησιολογικό σχεδιασμό.
-Για το συνεκτικό patch work υφών.

Γιατί να μην το δω:
-Για τον, αρκετά, άρυθμο αγώνα λόγου.
-Για το σκηνικό που “εγκλώβισε” χωροταξικά την πρωταγωνιστική ομάδα.

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_slider Είδα: το «Θα ονειρεύεσαι πάλι μια καινούρια φορεσιά» σε σκηνοθεσία Η. Ελληνικιώτη Μία ενδιαφέρουσα σκηνοθετική πρόταση. Main_original_slider_(1) Είδα: «Το Σώσε» σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου Ξεκαρδιστική, ευφυής, παρά το φορμαλισμό της, μετα-φάρσα. Main_slider Είδα: το «Ριχάρδος Β’- Το Ρέκβιεμ ενός Βασιλιά» σε σκηνοθεσία Marlene Kaminsky Ο Τάσος Νούσιας ερμηνεύει τον Ριχάρδο Β’ επιτυγχάνοντας έναν υποκριτικό και κινησιολογικό άθλο, καθώς ζωντανεύει την ιστορία του βασιλιά όντας ουσιαστικά μόνος του πάνω σε μια άδεια σκηνή. Main_main_01_left Είδα: την «Κουζίνα» σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη Ενδιαφέρουσα και αισθητικά άψογη προσπάθεια αλλά με άτεχνες ερμηνείες. Main__elg0195 Είδα: τον «Τίμωνα τον Αθηναίο» σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού Μια πρώτης τάξεως εκκίνηση για το χειμερινό πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου. Main_%ce%97_%ce%9a%ce%a5%ce%a1%ce%91_%ce%a4%ce%97%ce%a3_%ce%98%ce%91%ce%9b%ce%91%ce%a3%ce%a3%ce%91%ce%a3_dsc2819 Είδα: την «Κυρά της Θάλασσας» σε σκηνοθεσία της Δανάης Σπηλιώτη Η σκηνοθέτις μάς σύστησε εκ νέου το έργο μέσα από μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σκηνική ανάγνωση.
#load_content_with_ajax