ΤΕΤΑΡΤΗ 17 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018
Θέατρο | Είδα...

Είδα: τις «Χοηφόρες» σε σκηνοθεσία Αργυρώς Χιώτη 19 Σεπτεμβρίου 2018

Ενδιαφέρουσα προσέγγιση που υπονομεύεται από σειρά τεχνικών προβλημάτων.

Μια απαραίτητη εναρκτήρια σημείωση: Οι ηθοποιοί που δοκιμάζονται στα ανοιχτά θέατρα αξίζουν τον απέραντο σεβασμό μας. Εκτεθειμένοι σε κάθε είδους ερεθίσματα, θορύβους, ασέβειες και οχλήσεις καλούνται πεισματικά να μένουν εντός ενός άλλου κόσμου και την ίδια ώρα να τον κοινωνούν για να γίνει κόσμος που θα χωρέσει και τους θεατές τους.
Η παράσταση των «Χοηφόρων» στη μικρή σκηνή του θεάτρου Βράχων στο Βύρωνα ήταν μια τέτοια ηρωϊκή περίπτωση. Μάταια η ομάδα των Vasistas κλήθηκε να αποκρούσει τον οργανωμένο τραμπουκισμό μιας παρέας πιτσιρικάδων - που έδινε τη δική της “παράσταση” σε διάλογο με τον Αισχύλο σκαρφαλωμένη πάνω στα βράχια από το παλιό νταμάρι.

Το παρακάτω κείμενο, συνεπώς, παίρνει ως δεδομένο ότι και οι δέκα ηθοποιοί - αντί να συντονιστούν μεταξύ τους - αποσυντονίστηκαν πλήρως, τουλάχιστον μέχρι και τα μισά της παράστασης, επηρεάζοντας μοιραία το τελικό αποτέλεσμα. 
Η προσέγγιση της Αργυρώς Χιώτη στην τραγωδία του Αισχύλου (τη δεύτερη στην τριλογία της «Ορέστειας» επενδύει σε δύο κεντρικά ενδιαφέροντα της ομάδας: Στη λειτουργία του Χορού και στη συλλειτουργία μουσικής-ρυθμού-λόγου. Η πλοκή ξεκινά από την τελετή των σπονδών στον τάφο του Αγαμέμνονα - «στάζουν οι χοές για τον χαμένο βασιλιά» - όπου εμπρός της «δούλας» Ηλέκτρας εμφανίζεται ο «αποδιωγμένος» Ορέστης και με «μίσος βαθύ για τους φονιάδες» του, ξετυλίγουν μαζί το σχέδιο δολοφονίας της μητέρας τους Κλυταιμνήστρας και του εραστή της Αίγισθου. Ολοι οι ρόλοι, όλα τα πρόσωπα της τραγωδίας προκύπτουν μέσα από το Χορό (κι εκεί επιστρέφουν), σαν μια δυναμική υπόμνηση πως το σύνολο, η συλλογικότητα είναι εκείνη που διαμορφώνει την Ιστορία ή (απλώς) την αφήγηση της. Αρα κι εδώ, ο όλεθρος της μητροκτονίας δεν βαραίνει μόνο τους ενόχους μα και την κοινωνία που τους ενεργοποιεί και τους υποθάλπει.

Εν είδει τελετουργίας, η σκηνική δράση περιορίζεται σε σχηματισμούς της ομάδας που τροφοδοτούνται άλλοτε από το λόγο (ωραία μετάφραση του Θανάση Βαλτινού σε συμπυκνωμένη δραματουργική επεξεργασία της ομάδας και του Ευθύμη Θέου), άλλοτε από την κίνηση και τη μουσική (Jan Van de Engel) αλλά συχνά και από τους τρεις παράγοντες μαζί. Η μουσική ερμηνεύεται, με εξαίρεση κάποια λίγα ηχογραφημένα αποσπάσματα, από τους ίδιους τους ηθοποιούς που παίζουν μονόχορδα,  λύρα ξυλόφωνα και ξυλάκια – τοποθετώντας τους, έτσι, στο κέντρο κάθε πιθανής δράσης.

Κι ενώ ερμηνευτικά η ομάδα (παρά την προαναφερθείσα δυσκολία που υπονόμευσε την προσπάθεια τους) είναι δεμένη και αναδεικνύει το λόγο – ξεχωρίζουμε τους Αινεία Τσαμάτη, Ματίνα Περγιουδάκη, Φιντέλ Ταλαμπούκα, Γιάννη Κλίνη, Τζωρτζίνα Χρυσκιώτη και Αντώνη Αντωνόπουλο – οι υπόλοιποι δύο πυλώνες της παράστασης εμφανίζονται προβληματικοί.
Η κίνηση των ηθοποιών μοιάζει αμήχανη, κάποτε και επιτηδευμένη και συχνά ασφυκτιά, χωρίς να μπορεί να αναπτυχθεί μέσα στο μικρό θεατράκι του Βύρωνα.  Επίσης, η εξαιρετική σύνθεση του Jan Van de Engel ακυρώνεται συχνά από την κακή ακουστική των ηχείων που συνοδεύουν τη ζωντανή εκτέλεση τους – προκαλώντας μας να φανταστούμε πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν υπήρχε ολιγομελής ζωντανή ορχήστρα αντί της ηχογράφησης. Στα τεχνικά ζητήματα που, ωστόσο ορίζουν την αισθητική της παράστασης, πρέπει να προστεθούν οι ατελέστατοι φωτισμοί (Τάσος Παλαιορούτας) που στερούν στην παράσταση πολύτιμες ατμόσφαιρες και δίνουν σε σημεία την εντύπωση ενός ερασιτεχνικού αποτελέσματος. Ολα τα παραπάνω θολώνουν τις καλές προθέσεις και τη συνολική σκέψη της ανάγνωσης.

Παρά τις σοβαρές αστοχίες, διασώζονται δυο ωραίες σκηνές στην εικονογραφία της παράστασης: Η συνάντηση του Ορέστη (Αινεία Τσαμάτη) με την Ηλέκτρα (Εύη Σαουλίδου) και εκείνη του φινάλε όπου ο Ορέστης  έρχεται αντιμέτωπος με την ενοχή του φόνου και «απομένει μόνος με το μίασμα της φρικτής του νίκης».
Ενδεχομένως, ένα ξανακοίταγμα – ξαναδούλεμα της παράστασης να αναβάθμιζε αυτήν την πρώτη ενασχόληση των Vasistas με το αρχαίο δράμα· και να την καθιστούσε άξια συνέχεια των προηγούμενων παραγωγών της.

Να το δω γιατί:

  1. Για την ενδιαφέρουσα προσέγγιση.
  2. Για τους καλούς ηθοποιούς.
  3. Για την ωραία μουσική.

Να μη το δω γιατί:

  1. Για τα σοβαρά τεχνικά προβλήματα.
  2. Για την αμήχανη κινησιολογία.

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_slider Είδα: το «Θα ονειρεύεσαι πάλι μια καινούρια φορεσιά» σε σκηνοθεσία Η. Ελληνικιώτη Μία ενδιαφέρουσα σκηνοθετική πρόταση. Main_original_slider_(1) Είδα: «Το Σώσε» σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου Ξεκαρδιστική, ευφυής, παρά το φορμαλισμό της, μετα-φάρσα. Main_slider Είδα: το «Ριχάρδος Β’- Το Ρέκβιεμ ενός Βασιλιά» σε σκηνοθεσία Marlene Kaminsky Ο Τάσος Νούσιας ερμηνεύει τον Ριχάρδο Β’ επιτυγχάνοντας έναν υποκριτικό και κινησιολογικό άθλο, καθώς ζωντανεύει την ιστορία του βασιλιά όντας ουσιαστικά μόνος του πάνω σε μια άδεια σκηνή. Main_main_01_left Είδα: την «Κουζίνα» σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη Ενδιαφέρουσα και αισθητικά άψογη προσπάθεια αλλά με άτεχνες ερμηνείες. Main__elg0195 Είδα: τον «Τίμωνα τον Αθηναίο» σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού Μια πρώτης τάξεως εκκίνηση για το χειμερινό πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου. Main_%ce%97_%ce%9a%ce%a5%ce%a1%ce%91_%ce%a4%ce%97%ce%a3_%ce%98%ce%91%ce%9b%ce%91%ce%a3%ce%a3%ce%91%ce%a3_dsc2819 Είδα: την «Κυρά της Θάλασσας» σε σκηνοθεσία της Δανάης Σπηλιώτη Η σκηνοθέτις μάς σύστησε εκ νέου το έργο μέσα από μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σκηνική ανάγνωση.
#load_content_with_ajax