ΤΡΙΤΗ 22 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2019
Βιβλίο | Πρόσωπα

Ο Κώστας Κουτσουρέλης και η Τέχνη που... αυτοκτονεί 17 Ιουλίου 2019

«Η ποίηση του καιρού μας δεν έχει κοινό, δεν έχει αναγνώστες».

«Η τέχνη που αυτοκτονεί.  Για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρού μας» είναι ο τίτλος του βιβλίου του Κώστα Κουτσουρέλη που κυκλοφορεί από τη Μικρή Άρκτο.

Στην αφετηρία αυτού του βιβλίου βρίσκονται μια διαπίστωση και μια απορία. Η διαπίστωση: η ποίηση στον καιρό μας έχει ξεπέσει εντυπωσιακά. Από κορυφαίο λογοτεχνικό είδος έχει γίνει ενασχόληση του περιθωρίου που ενδιαφέρει μόνο ελάχιστους, στην ουσία: τους ποιητές που τη γράφουν. Όλα τα διαθέσιμα δεδομένα, ποιοτικά και ποσοτικά, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, επ’ αυτού ομοφωνούν. Η απορία: το οφθαλμοφανές αυτό γεγονός οι ίδιοι οι ποιητές το αρνούνται, το υποβαθμίζουν ή, πολλές φορές, το απωθούν. Αντί να το θέσουν δημοσίως και να αναρωτηθούν για τους λόγους του, το αντιπαρέρχονται ή το εξωραΐζουν κατασκευάζοντας μύθους. Μύθους όπως λ.χ. ότι η ποίηση ήταν πάντα στο περιθώριο. Ή ότι, μάλιστα, οφείλει να είναι. 

Κατ’ αντιστοιχία, στην Τέχνη που αυτοκτονεί ο αναγνώστης θα βρει δύο πράγματα. Αφενός μεν, την τεκμηρίωση της διαπίστωσης: μια αντικειμενική περιγραφή της κοινωνικής ασημαντότητας της σημερινής ποίησης βασισμένη σε δείκτες άλλους μετρήσιμους (μερίδια αγοράς, ποσοστά πωλήσεων, κύκλος εργασιών του ποιητικού βιβλίου κ.ά.) και άλλους μη (λ.χ. την έκλειψη της κριτικής). Αφετέρου δε την απόπειρα να απαντηθεί η απορία: μια εκτενή σκιαγράφηση των αιτίων (κοινωνικών, ψυχολογικών, ιδεολογικών κ.ά.) που κάνουν τους σημερινούς ποιητές να μην αντιδρούν στην απαξίωση της τέχνης τους ή να την δέχονται ως φυσική και επόμενη.

Προφανώς, η διάγνωση μιας παθολογίας από μόνη της λίγο ωφελεί αν δεν υπηρετεί την αποκατάσταση του πάσχοντος. Ο συγγραφέας τη θεωρεί υπόθεση πολύ δύσκολη, όχι όμως και όλως διόλου αδύνατη. Οι αναλογισμοί του πάνω στο ζήτημα αναπτύσσονται στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, ιδίως σ’ εκείνο που φέρει τον τίτλο “Προσανατολισμοί. Ένα αντιμανιφέστο”.

Εμείς μιλήσαμε με τον συγγραφέα για το βιβλίο αυτό…

Πώς οδηγηθήκατε σε αυτό το βιβλίο;
Αργά ή γρήγορα, κάθε ποιητής που θέλει να είναι στοιχειωδώς ειλικρινής με τον εαυτό του, φτάνει σ' ένα σημείο όπου αναρωτιέται: Γιατί η ποίηση του καιρού μας δεν έχει κοινό, δεν έχει αναγνώστες;  Γιατί σε σχέση με άλλα είδη λογοτεχνικά, με άλλες τέχνες, φαίνεται να τέρπει μόνο κάποιους θαμώνες του περιθωρίου; Και γιατί, ενώ τη διαπίστωση αυτή τη συμμερίζονται οι περισσότεροι σημερινοί ποιητές, δημοσίως δεν κάνουν λόγο, δεν προσπαθούν να αντιδράσουν; Η "Τέχνη που αυτοκτονεί" είναι η δική μου προσωπική απόπειρα να απαντήσω στα ερωτήματα αυτά. 

Γιατί πιστεύετε ότι έχει οδηγηθεί η ποίηση σε αυτήν την κατάσταση σήμερα και ποια λύση προτείνετε;
Όπως συνέβη και με άλλους δημιουργούς στις αρχές του 20ού αιώνα, λ.χ. με τους συνθέτες της λόγιας μουσικής ή της όπερας που τόσο λαοφιλείς ήταν τότε, πολλοί ποιητές γοητεύτηκαν από τις σειρήνες της εποχής. Παρασυρμένοι από τα μανιφέστα της πρωτοπορίας, παραδόθηκαν στη στρυφνότητα, στη σκοτεινότητα της έκφρασης, αναγόρευσαν είδωλό τους την εκκεντρικότητα, έγιναν εσωστρεφείς, ερμητικοί, νάρκισσοι. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το κοινό, αποθαρρυμένο ή και περιφρονημένο από εκείνους, τους έστρεψε κάποια στιγμή την πλάτη.
Ο μέσος αναγνώστης γύρω στο 1900 και διάβαζε και αγαπούσε την ποίηση. Την αποστήθιζε μάλιστα και τον συντρόφευε διά βίου. Σήμερα, ο μέσος αναγνώστης αδιαφορεί εντελώς για εκείνην, όταν δεν την αποστρέφεται κιόλας. Η ποίηση έγινε άθλημα των σπουδαστηρίων, χόμπυ στην ουσία ιδιωτικό κάποιων λοξών. 
Απλουστεύοντας κατ' ανάγκην πολύ, θα έλεγα ότι προσωπικά αυτό που προτείνω είναι η αντιστροφή αυτής της μοιραίας τάσης. Να ξαναγράψουν οι ποιητές για να τέρψουν και να ψυχαγωγήσουν τον αναγνώστη, να σταματήσουν να ασχολούνται με τον εαυτό τους και να εκφράσουν επιτέλους ξανά τον απειροελάχιστο και απειρομέγιστο κόσμο που μας περιβάλλει. 

Ο καθένας δίνει έναν δικό του ορισμό για την ποίηση. Εσείς, πώς την θα ορίζατε;
Η ποίηση είναι η τέχνη του στίχου, ο λόγος ο έμμετρος ή έρρυθμος που βρίσκεται στους αντίποδες της πρόζας. Δεν είναι δικός μου αυτός ο ορισμός, τον βρίσκουμε ήδη στον Πλάτωνα. Το ξέρω ότι πολλοί σημερινοί ποιητές συνηθίζουν να συνδέουν την ποίηση με υψηλά ιδεώδη, με οράματα, με μεγαλεπίβολους στόχους, κι αυτό από μόνο του δεν είναι κακό. Όμως ποίηση είναι και ένα σατιρικό παίγνιο και ένα ερωτικό δίστιχο και ένα απλό τραγούδι. Όσο το ξεχνάμε, όσο συρρικνώνουμε την ποίηση σε ένα είδος και σε ένα ύφος και σε μια αποστολή, τόσο την φτωχαίνουμε και την συρρικνώνουμε. Οι ποιητές της εποχής μας χωρίς να το καταλαβαίνουν αυτό κάνουν όταν συναγωνίζονται ποιος θα δώσει στην ποίηση τον πιο εκκεντρικό ορισμό. Την καθιστούν απωθητική στον αναγνώστη. 

Ποια ήταν η δική σας πρώτη επαφή με την ποίηση;
Παιδί προσχολικής ηλικίας ακόμη, είχα μάθει απέξω ένα παραδοσιακό σατιρικό τραγούδι. Χωρίς να καταλαβαίνω καλά καλά μερικές λέξεις, απλώς και μόνο επείδή με συνάρπαζε ο τροχαϊκός του ρυθμός. Δεν το ξέχασα έκτοτε:

Τρεις σπανοί από την Πόλη
πέντε τρίχες είχαν όλοι,
ήρθε κι ένας Τηνιακός
πέντε τρίχες μοναχός.
– «Βρε, καλώς τον πολυγένη!
Από πούθε κατεβαίνει;»
– «Απ' την Πόλη κατεβαίνω
και στη Βενετιά πηγαίνω.
Πάω ν' αγοράσω γένια
γιατί μ' έφαγαν τα γένια...» 

Εκτός από την δημιουργικότητα, ποια θεωρείτε ότι είναι η μεγαλύτερη αρετή για έναν ποιητή.
Δυο πράγματα χρειάζεται ένας ποιητής. Ταλέντο και εργατικότητα, και απ' αυτά το σημαντικότερο είναι το δεύτερο. Χωρίς ταλέντο δεν μπορείς να πας πουθενά, δεν χωράει αμφιβολία. Όμως οι περισσότεροι ίσως χαρισματικοί και ταλαντούχοι αποτυγχάνουν τελικά, γιατί τους λείπει η εργατικότητα: η υπομονή και η επιμονή της συστηματικής εργασίας, η αφοσίωση εφ' όρου ζωής στις απαιτήσεις της τέχνης. Ο Ουμπέρτο Έκο το έχει πει αυτό πολύ εύστοχα: το έργο είναι 5% ταλέντο και 95% εφίδρωση.

Κλείνοντας, ποιο ποίημα θα θέλατε να μας αφιερώσετε ;
Είναι ένα γνωμικό δίστιχο του Ερωτόκριτου που το αγαπώ πολύ, γιατί μας διδάσκει τη σημασία της επιμονής, της δύναμης εκείνης που αργά αλλά σταθερά ξέρει να βγάζει από τον δρόμο της κάθε εμπόδιο, που ακόμη και το μίσος μπορεί να το μεταμορφώσει σε έρωτα, σε αγάπη. Να πώ μόνο ότι "γιαέρνω" σημαίνει εδώ μεταστρέφομαι, αλλάζω στάση:  
στάλα τη στάλα το νερό το μάρμαρο τρυπά το, 
το πράμα που μισεί κιανείς γιαέρνει κι αγαπά το

Λίγα λόγια για τον Κώστα Κουτσουρέλη

Ο Κώστας Κουτσουρέλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Σπούδασε νομικά και μεταφραστική στην Ελλάδα και τη Γερμανία. Κυκλοφορούν δέκα βιβλία του με ποίηση, δοκίμια και έργα για τη σκηνή. Έργα του παρουσιάστηκαν σε αθηναϊκά και περιφερειακά θέατρα και μελοποιήθηκαν από γνωστούς συνθέτες. Μετέφρασε  μεταξύ άλλων Νοβάλις, Οκτάβιο Πας, Μιχαήλ Άγγελο, Ρ. Μ. Ρίλκε, Φραντς Κάφκα και Γκόττφρηντ Μπεν. Για την ποίησή του τιμήθηκε με το Βραβείο Πορφύρα της Ακαδημίας Αθηνών. Διευθύνει την επιθεώρηση λόγου και ιδεών Νέο Πλανόδιον (neoplanodion.gr).

 

 

Τospirto team

Περισσότερα "Πρόσωπα"
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΠΡΟΣΩΠΑ" Main_703 Η Μνήμη της Ελένης Πορτάλιου επιστρέφει στα χαλάσματα της ιστορίας Η συγγραφέας μιλά στο www.tospirto.net. Main_slider Οδυσσέας Ελύτης: Είκοσι τρία χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου νομπελίστα Η ποίησή του μας συγκινεί πάντα και μας θυμίζει την αξία του να είσαι Έλληνας. Main_tsekouras Ένα βιβλίο σαν σπίτι χωρίς… «Πόρτα» O Δημήτρης Τσεκούρας ολοκληρώνει ουσιαστικά με την «Πόρτα» μία άτυπη τριλογία. Main_slider Ιχνηλατώντας τα μονοπάτια της ανθρώπινης ψυχής στην «Αίτνα» Ο συγγραφέας Φώτης Βλαστός μιλά στο www.tospirto.net Main_mara_xwmatidh_by_alexandros_iwannidhs_3 Ένας Φόνος με ενδεχόμενο Βλακείας Η συγγραφέας του βιβλίου Μάρα Χωματίδη μιλά στο www.tospirto.net.
#load_content_with_ajax