Κινηματογράφος | Ταινίες

Philomena , 2013

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Στίβεν Φρίαρς
Σενάριο
Στιβ Κούγκαν, Τζεφ Πόουπ
Πρωταγωνιστούν
Τζούντι Ντεντς, Στιβ Κούγκαν, Σόφι Κένεντι Κλαρκ
Διάρκεια
98
Χώρα
Γαλλία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο
Είδος
Βιογραφική δραμεντί
Πρεμιέρα
27 Φεβρουαρίου 2014

Η αληθινή τραγωδία για κάτι ιρλανδικά μοναστήρια που πουλούσαν τα νόθα των καλογριών γίνεται μια πολυεπίπεδη και σοφά ανάλαφρη δραμεντί στα χέρια του Φρίαρς. Εξαιρετικό πρωταγωνιστικό ντουέτο.

Πόσο εύκολο είναι τελικά να κάνεις μια ωραία ταινία, όταν απλά… ξέρεις να την κάνεις. Και ο Φρίαρς –οκέι, έχοντας ένα πολύ καλογραμμένο σενάριο– ε, μας θυμίζει εδώ πως ξέρει και παραξέρει. Πρώτ’ απ’ όλα, δεν μακρηγορείς. Μέσα σε 98 λεπτά αφηγείσαι μια «δύσκολη» όσο κι αβανταδόρικη ιστορία 50 χρόνων, βουτώντας την άλλοτε στην τρυφερή συγκίνηση (ποτέ, όμως, στο  μελόδραμα, αν και καραδοκεί) κι άλλοτε στο έξυπνο, φλεγματικό χιούμορ. Από δίπλα, έχεις και την ωραία μουσική επένδυση του Ντεσπλά, ενώ αφήνεις άπλετο χώρο στους δυο πρωταγωνιστές σου. Διότι εκτός από το σενάριο, το μεγάλο ατού της «Φιλομίνα» είναι οι ερμηνείες της Ντεντς (που δικαίως είναι για άλλη μια φορά υποψήφια για Όσκαρ), μα και του Κούγκαν (που σπανίως εμφανίζεται σε μη κωμικό ρόλο).
Η ιστορία βασίζεται στο βιβλίο «Το χαμένο παιδί της Φιλομίνα Λι», που έγραψε το 2009 ο (άρτι απολυμένος τότε από το BBC) δημοσιογράφος Μάρτιν Σίξσμιθ (τον υποδύεται ο Κούγκαν). Και πραγματεύεται την αληθινή ιστορία μιας (από τις πολλές) ιρλανδές κοπελίτσες που μεγάλωναν σε αυστηρά καθολικά μοναστήρια κι αποχωρίζονταν βίαια από τα «παράνομα» μωρά τους, επειδή έπρεπε να τιμωρηθούν για την αμαρτία τους (το σεξ και η τεκνοποίηση, ντε). Αλλά κι επειδή έπρεπε να… βγάλει και κατιτίς το μοναστήρι, το οποίο πουλούσε τα μωρά σε πλούσιους άκληρους Αμερικανούς –όπως θα ανακαλύψει λίαν συντόμως ο Σίξσμιθ. Ο Φρίαρς, ειδικά στο πρώτο μέρος της ταινίας, επιστρέφει με εκτενείς κι όμορφα φιλμαρισμένες σκηνές σε αυτό το παρελθοντικό τραύμα του 1952, όπου τη νεαρή Φιλομίνα ενσαρκώνει η Κένεντι Κλαρκ. Παράλληλα, κι ενώ ο Σίξσμιθ και η Φιλομίνα ακολουθούν τα ίχνη της έρευνάς τους για να βρουν τον χαμένο γιο εκείνης, ρίχνουμε κλεφτές ματιές και σε ένα άλλο παρελθόν: μέσα από παλιομοδίτικα ιδιωτικά βίντεο αμερικανικής ευζωίας, που κάθε τόσο πέφτουν στην οθόνη, γνωρίζουμε σιγά-σιγά τον μικρό Άντονι, το ορφανό από την Ιρλανδία που έφτασε να γίνει νομικός σύμβουλος δυο αμερικανών προέδρων….
Αλλά, όπως ήδη είπαμε, η «Φιλομίνα» δεν είναι ένα μελόδραμα ή μια καταγγελία για όλα αυτά τα εγκληματικά που τελέστηκαν στο όνομα του Κυρίου. Καίτοι υπόκωφα σχόλια για τη σπουδαιότητα της θρησκείας (ο Σίξσμιθ είναι δεδηλωμένος άθεος), το ρόλο της οργανωμένης καθολικής εκκλησίας, το γονεϊκό φίλτρο, ή τη «μεταφυσική» σχέση μεταξύ Ιρλανδίας και Νέου Κόσμου ενυπάρχουν σ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Όχι. Η βασική κινητήρια δύναμη του φιλμ και η ραχοκοκαλιά του είναι η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ του εκλεπτυσμένου, μορφωμένου κι ελαφρά κυνικού δημοσιογράφου και της αμόρφωτης, απλοϊκής μα απερίγραπτα μεγαλόθυμης γηραλέας Ιρλανδέζας. Η οποία, όμως, σε κάποια θέματα βαθιάς ουσίας αποδεικνύεται πολύ πιο «διαβασμένη» από τον κύριο δημοσιογράφο. Εξού και η αρχική συγκατάβαση με την οποία την αντιμετωπίζει θα δώσει τελικά τη θέση της σε μια αμοιβαία αποδοχή και εκτίμηση. Οι σκηνές και οι διάλογοι στο αυτοκίνητο, μεταξύ Ντεντς και Κούγκαν, και, κυρίως, η σκηνή πάνω στο ηλεκτρικό αμαξίδιο του αεροδρομίου (καθ’ οδόν για ΗΠΑ) είναι σκέτη απόλαυση.

Τατιάνα Καποδίστρια