Κινηματογράφος | Ταινίες

Interruption , 2015

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Γιώργος Ζώης
Σενάριο
Γιώργος Ζώης, Βασίλης Κυριακόπουλος
Πρωταγωνιστούν
Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, Μαρία Καλλιμάνη, Αλεξία Καλτσίκη, Σοφία Κόκκαλη, Χρήστος Στέργιογλου, Μαρία Φιλίνη, Χρήστος Σουγάρης, Έλενα Τοπαλίδου, Ρομάνα Λόμπατς
Διάρκεια
109
Χώρα
Γαλλία, Ελλάδα, Κροατία
Είδος
Δράμα
Πρεμιέρα
28 Ιανουαρίου 2016

Τα ρευστά όρια μεταξύ πραγματικότητας και θεάματος, και η ευθύνη του «θεατή» συνιστούν τον πυρήνα αυτής της δουλεμένης, αλλά αμήχανα αμφίσημης και επιτηδευμένης πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Ζώη.

Σε πολυτελές θέατρο, στη διάρκεια μιας μεταμοντέρνας μινιμάλ παράστασης της «Ορέστειας», μπουκάρουν στη σκηνή έξι-επτά μαυροντυμένοι ένοπλοι νεαροί και νεαρές. Ένας τους (Βαρδαξόγλου, ωραία φάτσα) με το μικρόφωνο στο χέρι εξηγεί πως «είμαστε ο χορός» και παρακινεί τους θεατές να ανέβουν στη σκηνή και να συνδιαμορφώσουν την παράσταση. Δυο αδελφές (Καλλιμάνη και Φιλίνη), μια μητέρα (Τοπαλίδου) με το μικρό (πολύ μικρό για «Ορέστεια»…) αγοράκι της, ένας φοιτητής (Κωνσταντίνος Βουδούρης), ένας ηθοποιός (Σουγάρης), μεταξύ άλλων, ανταποκρίνονται. Κι ενώ, υπό την καθοδήγηση πάντα του προαναφερθέντα νεαρού, μοιράζονται εκ νέου ρόλοι στους θεατές-ηθοποιούς και «ξαναγράφεται» επιτοπίως η αρχαία τραγωδία (μήπως, ας πούμε, ο Ορέστης δε σκοτώσει τελικά τη μάνα του;), γίνεται φανερό ότι το κοινό και οι συμμετέχοντες εθελοντές δεν ξέρουν αν όλο αυτό είναι μέρος της παράστασης ή μια δυσοίωνη (και δυσερμήνευτη, καθότι οι εισβολείς τα λένε πολύ αινιγματικά) πραγματικότητα. Στο διάλειμμα, οι θεατές-συμμετέχοντες θα καθίσουν για ένα βεβιασμένο γεύμα –στην πιο ουσιαστική και ατμοσφαιρική σκηνή της ταινίας– πάντα υπό την επιτήρηση των νεαρών με τα μαύρα. Πίσω στην ιδιότυπη παράσταση, θα πέσει ένας πυροβολισμός, θα έρθει η κάθαρσις (μέσω τεχνητής βροχής που λούζει επί σκηνής ηθοποιούς, εθελοντές και εισβολείς), θα έχουμε κι ένα τραγικό θύμα, ενώ ένας από τους συμμετέχοντες θεατές θα την κάνει κανονικά από το θέατρο (του παραλόγου) πριν το χειροκρότημα...

Εμπνεόμενος από τη γνωστή αιματηρή ομηρεία μοσχοβίτικου θεάτρου από τσετσένους τρομοκράτες το 2002, όπου προς στιγμήν κάποιοι θεατές νόμιζαν ότι η εισβολή των ένοπλων ήταν μέρος της παράστασης, ο Ζώης έχει σίγουρα κάτι να πει με αυτήν την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Για τη ζωή που μιμείται την τέχνη, για την απάθεια του θεατή –μιας παράστασης, αλλά και γενικώς. Το πρόβλημα είναι πώς το λέει. Δυστυχώς, η εύπλαστη πολυσημία που λειτούργησε καλά στις δυο βραβευμένες μικρού μήκους ταινίες του («Casus Belli», «Τίτλοι τέλους») τον εκθέτει στη μεγάλη φόρμα. Ως θεατής, δηλαδή, δεν αναρωτιέσαι για το τι συμβαίνει εντός παράστασης και τι εκτός, απλούστατα επειδή και τα δυο φαντάζουν επιτηδευμένα. Σε αυτό «συνεισφέρει» και το αργό μοντάζ (Γιάννης Χαλκιαδάκης), ειδικά του πρώτου μέρους, που κάνει τους διαλόγους (αινιγματικά σπουδαιοφανείς ή εντελώς καθημερινούς) να ακούγονται ακόμη πιο ψεύτικοι. Κι είναι κι εκείνο το εντελώς ακατάληπτο ξέσπασμα της Κλυταιμνήστρας-Καλτσίκη σε ένα a capella σπιρίτσουαλ (το όλο νόημα «Sometimes I Feel Like a Motherless Child») που θολώνει ακόμη περισσότερο το τοπίο… Είναι ωραία η αμφίσημη διαθλαστική προσέγγιση στο σινεμά. Αλλά είναι σαν τα μεταξωτά βρακιά…

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες