Κινηματογράφος | Ταινίες

Mamma Mia! Here We Go Again , 2018

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Ολ Πάρκερ
Σενάριο
Ολ Πάρκερ, Ρίτσαρντ Κέρτις, Κάθριν Τζόνσον
Πρωταγωνιστούν
Λίλι Τζέιμς, Αμάντα Σέιφριντ, Πίερς Μπρόσναν, Κόλιν Φάρελ, Σερ, Στέλαν Σκάαρσγκαρντ, Κριστίν Μπαράνσκι, Ντόμινικ Κούπερ, Τζούλι Ουόλτερς, Άντι Γκαρσία, Μέριλ Στριπ
Διάρκεια
114
Χώρα
Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο
Είδος
Ρομαντικό μιούζικαλ
Πρεμιέρα
19 Ιουλίου 2018

Η βίλα της πρώτης ταινίας εγκαινιάζεται ως ξενοδοχείο, το σίκουελ συναντά το πρίκουελ με την Ντόνα στα νιάτα της, οι μπαμπάδες πάντα περισσεύουν, και (λιγότερο γνωστά) τραγούδια των Abba παιανίζουν…

Μια δεκαετία μετά το γκραν σουξέ του «Mamma Mia!» (600 εκατομμύρια δολάρια μάζεψε διεθνώς), habemus σίκουελ. Που είναι ταυτόχρονα και πρίκουελ. Αμφότερα εκτυλίσσονται παράλληλα και πάντα στο ελληνικό νησί Καλοκαίρι (αυτή τη φορά, βέβαια, τα γυρίσματα έγιναν στην Κροατία και ουχί σε Σποράδες και Πήλιο –θυμάστε το σούσουρο). Ιδού, λοιπόν, οι εξελίξεις: η Ντόνα (Στριπ) –η αντισυμβατική αμερικανίδα κάτοικος του νησιού, που στην πρώτη ταινία πάντρεψε την κόρη της, Σόφι (Σέιφριντ), με τον Σκάι (Κούπερ) παρουσία των τριών δυνητικών πατεράδων της μικρής (Μπρόσναν, Φερθ και Σκάαρσγκαρντ)– έχει πεθάνει, λέει. Εξού και η Στριπ εμφανίζεται μόνο σε δυο (δήθεν συγκινητικά) άσματα στο φινάλε. Η αγροικία της Ντόνα έχει μετατραπεί σε ξενοδοχείο-μπιζουδάκι από την Σόφι και τον Σαμ (Μπρόσναν), που είναι αρχιτέκτων, και επίκειται η μεγάλη γιορτή των εγκαινίων. Παράλληλα με αυτά, παρακολουθούμε, χωρίς επεξηγήσεις ή γραπτές προειδοποιήσεις, την νεαρή Ντόνα (Τζέιμς) που το 1979 φεύγει από το Παρίσι (εδώ πέφτει ένα πολύ καλό μουσικοχορευτικό υπό τους ήχους του αξέχαστου «Waterloo») και φτάνει μες στην τρελή χαρά στο Καλοκαίρι. Συγχρόνως βλέπουμε πώς γνωρίζεται, φλερτάρει και πηδιέται με τους τρεις νεαρούς (Τζέρεμι Ίρβαϊν, Χιού Σκίνερ, Τζος Ντίλαν) που κατόπιν θα γίνουν οι… ποσοστιαίοι μπαμπάδες της Σόφι. Κι έτσι μαθαίνουμε πώς φτάσαμε ως εδώ, και πόσο δυναμική και ψυχωμένη ήταν η Ντόνα, που γέννησε μονάχη της την κόρη της σε ανεμοδαρμένο χαμόσπιτο ελληνικού νησιού... Παρεμπιπτόντως, η Τζέιμς –την οποία γενικώς δεν πολυεκτιμώ, μου φαίνεται μονίμως ότι παραπροσπαθεί– έχει μια σκηνή όπου υποτίθεται την πιάνουν ωδίνες τοκετού και είναι τουλάχιστον, εχμ, κακή.

Αντιθέτως, η παρουσία της Σερ στο τελευταίο 15λεπτο της ταινίας, στο ρόλο της παρτόβιας… γιαγιάς της Σόφι (καμία σχέση με γιαγιά, βέβαια), είναι απενοχοποιημένα ποπ και κιτς, το δε ντουέτο της με τον Γκαρσία υπό τους ήχους του αγαπημένου «Fernando» είναι, ίσως, το μόνο έξυπνο και τελειωμένα camp εύρημα της ταινίας. Σε καθαρά μιουζικαλικό επίπεδο, η ταινία υστερεί κάπως σε τραγούδια (τα πιο γνωστά των Abba είχαν δυστυχώς χρησιμοποιηθεί ήδη στην πρώτη ταινία), αλλά η σκηνοθεσία, τα πλουσιοπάροχα χορευτικά (μέχρι και ανάπηροι με αμαξίδια παίρνουν μέρος…) και η όλη φαντεζί χαζοχαρά αποζημιώνουν. Μεταξύ μας, όμως τώρα: κοτζάμ βαρβάτη παραγωγή, δεν μπορούσαν να φορέσουν ένα ζευγάρι μπλε φακούς επαφής στην Τζέιμς, ώστε να φέρνει κάπως περισσότερο σε νεαρή Μέριλ Στριπ; Κι αντιστοίχως ένα ζευγάρι καφέ φακών επαφής στον Σκίνερ που ενσαρκώνει τον νεαρό Φερθ; Και τέλος πάντων, γιατί οι γηγενείς που μετέχουν στο γλέντι των εγκαινίων είναι κάπως, εχμ, σκουρόχρωμοι, σαν διασταύρωση Μεσανατολίτη με Κρεόλ; Α, για τους αδιάβαστους: ο Πάνος Μουζουράκης (μας/σας) εμφανίζεται σε μικρό, χαρακτηριστικό ρόλο –και τραγουδάει κιόλας. Άντε, καλό καλοκαίρι.

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες