Κινηματογράφος | Ταινίες

Suspiria , 2018

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Λούκα Γκουαντανγίνιο
Σενάριο
Ντέιβιντ Κάιγκανιτς
Πρωταγωνιστούν
Ντακότα Τζόνσον, Τίλντα Σουίντον, Μία Γκοθ, Άνγκελα Βίνκλερ, Γιελένα Φόκινα, Ντόρις Χικ, Κλόι Γκρέις Μόρετζ
Διάρκεια
152
Χώρα
Ηνωμένες Πολιτείες, Ιταλία
Είδος
Σινεφίλ τρόμου (!)
Πρεμιέρα
01 Νοεμβρίου 2018

Πρεστιζάτο γυναικείο χορευτικό σύνολο του Δυτικού Βερολίνου, που είναι άντρο μαγισσών, υποδέχεται νεαρή αμερικανίδα χορεύτρια, πριν αρχίσουν οι γκροτέσκοι φόνοι, σε αυτό το στιλάτο, μα τελείως άψυχο ριμέικ.

Πώς είναι, λοιπόν, το a priori πολυσυζητημένο ριμέικ που επιφύλαξε ο αισθητιστής Γκουαντανγίνιο στο camp, giallo, και ολότελα σέβεντις φιλμ του Ντάριο Αρτζέντο; Κατ’ αρχάς, όπως επισήμανε η κατά συρροή πρωταγωνίστριά του, Τίλντα Σουίντον, δεν πρόκειται για ριμέικ, αλλά για εκδοχή της καλτ ταινίας του 1977. Μάλιστα. Η εκδοχή, λοιπόν, τραβάει αναίτια σε μάκρος, έχει ασάφειες που σχεδόν προϋποθέτουν ότι ο θεατής έχει δει την πρωτότυπη ταινία, και ενώ είναι καλαίσθητη και ατμοσφαιρική, παραμένει ελάχιστα υποβλητική. Πρόκειται, κοντολογίς, για ένα άψυχο κομψοφινιριμένο δημιούργημα που σε αφήνει ανικανοποίητο (μη σας πω και αδιάφορο). Έχω και άλλη, σθεναρότερη ένσταση, αλλά θα τα πούμε παρακάτω. Στο Δυτικό Βερολίνο του 1977 καταφθάνει η Αμερικανίς Σούζι Μπάνιον (Τζόνσον, πρωταγωνίστρια με ρόλο-περίγραμμα…), μια άβγαλτη κοκκινομάλλα που τό’ σκασε, λέει, από τον αναχρονιστικό μικρόκοσμο των Άμις στο Οχάιο, για να γίνει χορεύτρια μοντέρνου χορού –καίτοι αυτοδίδακτη. Πηγαίνει ντουγρού στην περιλάλητη σχολή-ομάδα Helena Markos, κι εντυπωσιάζει πάραυτα την μαντάμ Μπλόν (Σουίντον, καλή), την ασκητικά αγέλαστη αρχιχορογράφο της σχολής. Κι ενώ η Σούζι αναγορεύεται τάχιστα πρώτη χορεύτρια της ομάδας, η Ρωσίδα Όλγκα (Φόκινα), που κατείχε τη θέση έως τώρα, καταλήγει ένα μάτσο σπασμένα και γκροτέσκα στραμπουληγμένα χειροπόδαρα μετά την επίθεση μιας αθέατης δύναμης, την ώρα που η Σούζι χορεύει στην διπλανή αίθουσα (πολύ ωραία σκηνή –όχι για μυγιάγγιχτους, πάντως).

Υπάρχει και μια υποπλοκλή με τον γηραλέο ψυχαναλυτή, δόκτορα Κλέμπερερ (τον υποδύεται μια από τις κυρίες του καστ –και είναι αγνώριστη με το μακιγιάζ), που παρακολουθούσε την Πατρίτσια (Μόρετζ, καλή), μια άλλη χορεύτρια της Markos, την οποία είχαμε δει αλαφιασμένη κι εκτός εαυτού στην πρώτη σκηνή να μιλάει στον θεραπευτή της για τις τρεις Μητέρες-μάγισσες –του Σκότους, των Δακρύων, και των Αναστεναγμών– που διαφεντεύουν την σχολή… Υπάρχει επίσης η Σάρα (καλή η Γκοθ που είδαμε στο «Αντίδοτο στην ευεξία») μια άλλη μαθήτρια, που θα αρχίσει να ψάχνει για τις Μητέρες –κακό του κεφαλιού της… Υπάρχουν σίγουρα ωραίες φάτσες (ωραίες, με την έννοια του νοσηρά υποβλητικού) μέσα στο αποκλειστικά γυναικείο καστ. Υπάρχει προσεγμένη σκηνογραφία και παραγωγή (Ίμπαλ Βάινμπεργκ), συμπαθητικές (όχι μεγαλειώδεις που λέγανε) σκηνές χορού, και η μουσική του Τομ Γιορκ των Radiohead. Πάνω απ’ όλα αυτά, όμως, υπάρχει… ο Γκουανταγνίνιο. Ένας δεξιοτέχνης-νάρκισσος που πάει σώνει και καλά να βγάλει ξύγκι από την μπιμουβιάρικη μύγα του Αρτζέντο… Η βασική μου, λοιπόν, ένσταση είναι πως ο ιταλός δημιουργός έχει, χωρίς προφανή λόγο, στριμώξει σε αυτό το τρομομεταφυσικό στόρι το διχοτομημένο Βερολίνο, την τρομοκρατική δράση των Μπαάντερ-Μάινχοφ, ακόμα και την αεροπειρατεία της Lufthansa πτήση 181… Κάπου basta πια με τη δηθενιά, caro Luca…

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες