Κινηματογράφος | Ταινίες

Κορίτσι , 2018 (Girl)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Λούκας Ντοντ
Σενάριο
Λούκας Ντοντ, Άντζελο Τίσενς
Πρωταγωνιστούν
Βίκτορ Πολστέρ, Άριε Βορτχάλτερ, Όλιβερ Μποντάρ, Κατελίνε Ντάμεν, Βαλεντίν Ντένενς
Διάρκεια
109
Χώρα
Βέλγιο, Ολλανδία
Είδος
Δράμα
Πρεμιέρα
15 Νοεμβρίου 2018

Ένα 15χρονο κορίτσι, παγιδευμένο στο σώμα αγοριού, θέλει να γίνει επαγγελματίας μπαλαρίνα… Και ο εσωτερικός, άφατος σπαραγμός της εφηβείας σε μια λιτά συγκλονιστική ταινία με απερίγραπτα ιδανικό πρωταγωνιστή.

Η κατάξανθη 15χρονη Λαρά (Πολστέρ, δεν υπάρχει –θα τα πούμε παρακάτω), που στην εναρκτήρια σεκάνς την βλέπουμε να παίζει/ κουτρουβαλιάζεται με τον Μιλό (Μποντάρ), τον εξάχρονο αδελφό της, έχει μόλις μετακομίσει με τον στοργικό πατέρα της (Βορτχάλτερ, εξαιρετικός) στην φλαμανδόφωνη Αμβέρσα –ετοιμάζεται να σπουδάσει στην εκεί περιώνυμη κρατική σχολή χορού, καίτοι άρχισε αργά το μπαλέτο. Η Λαρά, όμως, δεν έχει να παλέψει μόνο με τις πουέντ που της ματώνουν καθημερινά τα πέλματα… Η Λαρά, βλέπετε, γεννήθηκε Βικτόρ (σε μια από τις αναρίθμητες εξαιρετικές πινελιές της νατουραλιστικής αφήγησης, ο θυμωμένος Μιλό τής φωνάζει «Παράτα με, Βικτόρ!»). Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του 27χρονου Βέλγου παρακολουθεί απλά τη ζωή της Λαρά, που μετά βίας κρατιέται άλλα δυο χρόνια πριν το χειρουργείο που θα εναρμονίσει το μέσα με το έξω της… Επισκέψεις στον ψυχολόγο (Ντένενς) και την ενδοκρινολόγο (Ντάμεν) που επιβλέπει την ορμονοθεραπεία της, με τον υπέροχα υποστηρικτικό πατέρα πάντα στο πλευρό της. Φευγαλέες οικογενειακές μαζώξεις –«Τι όμορφη που είσαι μ’ αυτό το φουστάνι», της λέει ολόθερμα μια συγγενής. Επιστροφή ξανά και ξανά στον ολόσωμο καθρέφτη του εφηβικού της δωματίου –η Λαρά κι ο Βικτόρ σε είδωλο ένα… Και φυσικά, πολύ μπαλέτο. Εξαντλητικές πρόβες, ο σωματικός πόνος, η πειθαρχία –και τα γεννητικά της όργανα πατικωμένα κάτω από σφιχτά τσιρότα που θα προξενήσουν τελικά μόλυνση… Διότι μες στο κορμάκι της μπαλαρίνας, ο ανατομικός Βικτόρ πρέπει να αφανιστεί.

Πώς το κάνουν (ή το διδάσκονται;) αυτό οι βέλγοι σκηνοθέτες, δεν ξέρω, ειλικρινά. Ποτίζοντας τον γνωστό νταρντενικό ρεαλισμό που συνταράσσει με την συναισθηματική αναμπουμπούλα της εφηβείας, και λούζοντας τον πρωταγωνιστή του με ένα υπέροχο πορτοκαλοκίτρινο φως, ο Ντοντ δεν ανατέμνει καμιά δύσκολη κοινωνική πραγματικότητα γύρω από την διεμφυλική ηρωίδα του. Όλα είναι πολιτισμένα, αγαπησιάρικα, εύρυθμα –ο Βικτόρ θα γίνει σύντομα ολοκληρωτική Λαρά, όλοι το αποδέχονται. Εκείνο που φωτίζει υποδειγματικά ο Ντοντ, χωρίς μουσική υπόκρουση ή χολιγουντιανές μελούρες, είναι η ψυχή αυτού του πλάσματος. Αυτής της εφήβου. Παρεμπιπτόντως, υπάρχει μια σκηνή όπου ο πατέρας μιλάει στην Λαρά, που κάνει την διάσημη αντίστοιχη σκηνή του «Να με φωνάζεις με το όνομά σου» να ωχριά (άσε που λες, «Αχ, να’ χαν όλοι οι άνθρωποι τέτοιο μπαμπά»). Τίποτα, όμως, από τα παραπάνω δεν θα είχε την δύναμη και την πειθώ που αναβλύζει, αν δεν υπήρχε ο Πολστέρ. Ο 16χρονος χορευτής της Βασιλικής Σχολής Μπαλέτου της Αμβέρσας, που τυχαία ανακάλυψε ο σκηνοθέτης καθώς επέλεγε κομπάρσους, είναι ο ορισμός της αποκάλυψης. Απίθανα εσωτερικός, αλάνθαστος, συγκλονιστικός, πειστικός πέρα για πέρα, και με μια εμφάνιση που λάμπει ανδρόγυνα και εκτυφλωτικά, ο μικρός απλά είναι η Λαρά. Μην την χάσετε.

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες