Κινηματογράφος | Ταινίες

Προσευχήσου Πριν Πεθάνεις , 2017 (A Prayer Before Dawn)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Ζαν-Στεφάν Σοβέρ
Σενάριο
Τζόναθαν Χίρσμπαϊν, Νικ Σαλτρέζε
Πρωταγωνιστούν
Τζο Κόουλ, Βιθάγια Πανσρινγκάρμ, Πορντσανόκ Μαμπκλάνγκ, Πάνια Γιμουμπχάι, Μπίλι Μουρ
Διάρκεια
117
Χώρα
Κίνα, Ηνωμένο Βασίλειο, Καμπότζη, Ηνωμένες Πολιτείες, Γαλλία
Είδος
Βιογραφικό δράμα
Πρεμιέρα
06 Δεκεμβρίου 2018

Η δίχρονη φυλάκιση βρετανού διαρρήκτη-χρήστη-μποξέρ στην Ταϊλάνδη ανάγεται σε κινηματογραφική εμπειρία ολκής, με ελάχιστο (κυρίως ταϊλανδέζικο) λόγο, αμοντάριστα πλάνα σε κίνηση, και ένα διαρκές ηχητικο-μουσικό περιβάλλον που στοιχειώνει.

Ο Μπίλι Μουρ γεννήθηκε και μεγάλωσε στις φτωχογειτονιές του Λίβερπουλ, μ’ έναν πατέρα μέθυσο και βίαιο, και τα ναρκωτικά και το έγκλημα έξω απ’ την πόρτα του. Μετά από κάμποσες φυλακίσεις (για διάρρηξη, ναρκωτικά, επικίνδυνη οδήγηση, κ.ά) και μια αποτοξίνωση, έφυγε το 2005 για να κάνει μια νέα αρχή στην Ταϊλάνδη. Δίδασκε αγγλικά, έπαιξε ως κασκαντέρ στο «Ρόκυ 4», αλλά μέσα σε δυο χρόνια ξανακύλησε στα παλιά –ναρκωτικά, κλοπές, βία με φόντο την χαοτική Μπανγκόκ… Η καθηλωτική ταινία του Γάλλου Σοβέρ –που βασίζεται στο αυτοβιογραφικό μπεστσέλερ του Μουρ «A Prayer Before Dawn: A Nightmare in Thailand» (2014)– δεν αναφέρει τίποτα από τα παραπάνω. Ούτε καν τα υπονοεί. Μας μπάζει ντουγρού στο μεδούλι του ήρωα, λίγες ώρες πριν την σύλληψή του από την ταϊλανδέζικη αστυνομία (για πώληση κλεμμένων κινητών, αλλά ούτε κι αυτό αναφέρεται στην ταινία). Έφαγε τρία χρόνια φυλακή. Αφήνοντας ηθελημένα κατά μέρος επεξηγήσεις και διαδικαστικές λεπτομέρειες (αρχικά, ας πούμε, ο Μουρ στάλθηκε σε φυλακή της Τσιάνγκ Μάι στα βόρεια της χώρας, κι αργότερα μετήχθη στο διαβόητο κολαστήριο Κλονγκ Πρεμ της πρωτεύουσας), ο Σοβέρ και οι σεναριογράφοι του στήνουν ένα σφιχτοδεμένο, παροξυσμικό σφυροκόπημα όρασης και ακοής, καθώς ο εξαρτημένος από την μεθαμφεταμίνη Μπίλι βιώνει τα μύρια όσα στην ζοφερή ταϊλανδέζικη φυλακή, αλλά καταφέρνει να επιβιώσει χάρη στην πυγμαχία –και δη, στο βίαιο μουάι-τάι, το τοπικό παραδοσιακό μποξ που επιστρατεύει κλωτσιές, γονατιές και αγκωνιές, εκτός από μπουνιές.  

Υπάρχουν παραλείψεις και αφηγηματικές «διευκολύνσεις» στην ταινία. Αλλά η βιογραφική ακρίβεια δεν ενδιέφερε ποτέ τους δημιουργούς της. Εξάλλου, ο Μπίλι Μουρ αυτοπροσώπως –που εμφανίζεται, μάλιστα, στην τελευταία σκηνή της ταινίας– ήταν παρών (και σύμφωνος) κατά την συγγραφή του σεναρίου και στα γυρίσματα. Εκείνο που θέτει ως στόχο η ταινία, και το πετυχαίνει μεγαλειωδώς, είναι η κατάδυση στα τρίσβαθα του ήρωα, αλλά και της ιδιότυπης για τα δυτικά δεδομένα ταϊλανδικής στενής. Ο έξοχος Κόουλ (του τηλεοπτικού Blind Peakers) είναι παρών σε κάθε σκηνή. Ό,τι βλέπουμε, μέσα από την αεικίνητη, άρραφη διεύθυνση φωτογραφίας του μάστορα, Νταβίντ Ουνγκαρό, είναι όσα βιώνει ο πρωταγωνιστής, πλαισιωμένος από αληθινούς, τατουαζαρισμένους πρώην κατάδικους της Ταϊλάνδης. Αλλά το στοίχημα κερδίζεται σαρωτικά χάρη στην ηχητική μπάντα του φιλμ: με την ένταση οξυμένη, με την ατονική, ηλεκτρονική μουσική του Νίκολας Μπέκερ να επιτείνει την αίσθηση χάους και απειλής, και τα ταϊλανδέζικα, που κυριαρχούν συντριπτικά στον λακωνικό λόγο της ταινίας, να παραμένουν σκοπίμως αμετάφραστα, ο ήχος της ταινίας –όπως και στο αριστουργηματικό «Ο γιός του Σαούλ» του Λάσλο Νέμες– είναι το βασικό πασαπόρτι επιτυχίας αυτής της εξπρεσιονιστικά βίαιης, σπουδαίας ταινίας.

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες