Κινηματογράφος | Ταινίες

Η επόμενη μέρα μιας σχέσης , 2017 (Geu-hu)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Σανγκ-σου Χονγκ
Σενάριο
Σανγκ-σου Χονγκ
Πρωταγωνιστούν
Χάε-χιό Κουόν, Γιούνχι Τσο, Τζοαμπάνγκ Κι, Μιν-χι Κιμ, Σάε-μπαϊέοκ Κιμ
Διάρκεια
97
Χώρα
Δημοκρατία της Κορέας
Είδος
Δράμα Α/Μ
Πρεμιέρα
20 Δεκεμβρίου 2018

Ένας σύζυγος, η ερωμένη του, η γυναίκα του, και η καινούρια του υπάλληλος σε μια διαδοχή από ηθελημένα ελλειπτικές σκηνές, που παρά τις άριστες ερμηνείες δεν συνεγείρουν…

Ακόμη μια τυπική ταινία του ακαταπόνητου κορεάτη δημιουργού, που μόνο μέσα στο 2017 (χρονιά κυκλοφορίας και τούτης δω) σκηνοθέτησε αισίως τρεις ταινίες… Στην εναρκτήρια σεκάνς, βλέπουμε τον Μπονγκουάν (Κουόν, πολύ καλός), ιδιοκτήτη μικρού εκδοτικού οίκου, που καθώς τρώει στο σπίτι, η γυναίκα του (Τσο) τον ρωτάει προβοκατόρικα αν έχει ερωμένη. Εκείνος, την κοιτάζει, χασκογελάει, και κλασικά δεν απαντάει. Άλμα σε άλλο τραπέζι, κάποιου μαγαζιού. Αυτή τη φορά, ο Μπονγκουάν παρέα με μπόλικο σότζου (το δημοφιλές κορεατικό οινοπνευματώδες-τούρμπο), και με την Τσανγκ-σούκ (Κιμ), την νεαρή ερωμένη του, να κλαίει και να τον κατηγορεί πως είναι δειλός. Νέο άλμα, με τον μοιχό-εραστή να κλαίει με αναφιλητά μόνος στο πάρκο. Και φτάνουμε στον μικροσκοπικό, ακατάστατο εκδοτικό οίκο του Μπονγκουάν, όπου λαμβάνει χώρα το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας. Εκεί, λοιπόν, καταφθάνει η Αρέουμ (Κιμ, η Μιν-χί, τρέχουσα μούσα του σκηνοθέτη και πολύ καλή), μια όμορφη, ψιλόλιγνη νεαρή, που ο Μπονγκουάν έχει μόλις προσλάβει ως υπάλληλο –η προηγούμενη υπάλληλος ήταν η Τσανγκ-σουκ, η γκόμενα. Θα πάει και μ’ αυτήν για μεσημεριανό ο Μπονγκουάν (εδώ, ο διάλογος ψαύει κάπως πιο φιλοσοφικο-αφηρημένα ζητήματα). Θα ακολουθήσουν διαδοχικές, και κατά κανόνα επεισοδιακές συναντήσεις των γυναικών ανά δύο, παρόντος ή απόντος του λεγάμενου. Θα γίνουν ξεκαθαρίσματα, θα επέλθουν ανακατατάξεις στα ζευγαρώματα –και τέλος… Ψέματα: έρχεται κι ένας ντελιβεράς με το παραγγελθέν φαΐ, και τότε τέλος.

Σαφώς υπάρχουν ωραίες ταινίες που εδράζονται σε πολύ πιο ασήμαντα/ φευγαλέα συμβάντα. Εδώ, όμως, είναι η ίδια η αφήγηση που κρατάει το όλον μέσα στη φευγαλέα ασημαντότητα, φοβάμαι... Διότι παρά τη φυσικότητα των σκηνών και τις άριστες υποκριτικές επιδόσεις των πρωταγωνιστών, το αναίτια αινιγματικό το σπάσιμο της αφήγησης, καθώς και μια αδιόρατη σπουδαιοφάνεια (τύπου, «εδώ κάνουμε ασπρόμαυρη τέχνη») καθηλώνουν την ταινία σε μια αναπόδραστη ασημαντότητα. Όχι επειδή όσα παρουσιάζονται δεν είναι φυσικά ή καλοστημένα, αλλά επειδή όσα συμβαίνουν σου γεννούν μια επίμονη ερώτηση: «Ε, και;».

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες