ΤΕΤΑΡΤΗ 20 ΜΑΡΤΙΟΥ 2019
Κινηματογράφος | Ταινίες

Το πράσινο βιβλίο , 2018 (Green Book)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Πίτερ Φαρέλι
Σενάριο
Νικ Βαλελόνγκα, Μπράιαν Χέιζ Κέρι, Πίτερ Φαρέλι
Πρωταγωνιστούν
Βίγκο Μόρτενσεν, Μαχέρσαλα Άλι, Λίντα Καρντελίνι, Σεμπαστιάν Μανίσκαλο, Πι Τζέι Μπερν, Μάικ Χάτον
Διάρκεια
130
Χώρα
Ηνωμένες Πολιτείες
Είδος
Βιογραφική δραμεντί
Πρεμιέρα
03 Ιανουαρίου 2019

Ιταλοαμερικανός μπράβος χρίζεται σοφέρ-συνοδός ενός εκλεπτυσμένου αφροαμερικανού πιανίστα που περιοδεύει δίνοντας ρεσιτάλ στον αμερικανικό Νότο του 1962, σε αυτή την ευφρόσυνη, γλυκόπικρη και θαυμάσια παιγμένη μεταφορά μιας αληθινής ιστορίας.

Η πρώτη ταινία που ο Φαρέλι σκηνοθετεί χωρίς τον αδελφό του, Μπόμπι, απέχει έτη φωτός από τα σουξέ τους (λέμε τώρα…), τύπου «Κάτι τρέχει με την Μαίρη», και «Ηλίθιος και πανηλίθιος». Κι ενώ δεν πρόκειται για καμιά βαθιά φιλμική πραγματεία περί αμερικανικού ρατσισμού, το «Πράσινο βιβλίο» καταφέρνει να εκθέσει το θέμα μέσα από μια γνήσια διασκεδαστική ταινία –που βασίζεται και σε αληθινή ιστορία (οι φωτογραφίες στους τίτλους τέλους το πιστοποιούν όμορφα). Παρεμπιπτόντως, το πράσινο βιβλίο του τίτλου αναφέρεται στον ετήσιο οδηγό «Το πράσινο βιβλίο του νέγρου αυτοκινητιστή», που εκδιδόταν από το 1936 έως το 1966 παρέχοντας στους αφροαμερικανούς ταξιδιώτες έναν μπούσουλα με καταλύματα, εστιατόρια και μαγαζιά που δεν αρνούνταν υπηρεσίες σε… νέγρους. Οπλισμένοι, λοιπόν, με το εν λόγω βιβλιαράκι, ο μαύρος πιανίστας κλασικής και τζαζ μουσικής, δρ. Ντον Σέρλι (Άλι, εξαιρετικός), και ο λευκός ιταλοαμερικανός σοφέρ-συνοδός του, Τόνι «Λιπ» Βαλελόνγκα (Μόρτενσεν, καταπληκτικός), ξεκινάνε εν έτει 1962 μια δίμηνη περιοδεία στον βαθύ αμερικανικό νότο, όπου ο καταξιωμένος Σέρλι έχει κλείσει μια σειρά από ρεσιτάλ με το τρίο του.

Με αρωγό μια θαυμάσια ανασύσταση εποχής (Τιμ Γκάλβιν), η ταινία δείχνει περιστατικά οικτρού ρατσισμού κατά του εκλεπτυσμένου, πολύγλωσσου και απόλυτα πολιτισμένου πιανίστα –που μέσα σ’ όλα, ήταν και γκέι. Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως η ταινία του Φαρέλι τα παρουσιάζει όλα αυτά τα ανατριχιαστικά λες και δεν συμβαίνουν πια στην υπερατλαντική συμπολιτεία. Σαν ρετρό γραφικότητες, ένα πράμα… Ευτυχώς, όμως, η ταινία περιστρέφεται κυρίως γύρω από τη σχέση αυτών των δυο τόσο διαφορετικών ανδρών, οι οποίοι ενσαρκώνονται απολαυστικά από δυο θαυμάσιους ηθοποιούς σε πρωτόγνωρους ρόλους. Με καμιά 15αριά έξτρα κιλά, ά-ψο-γη ιταλοαμερικανική (και σε κάνα-δυο στιγμές, και ιταλική) προφορά, και υποδειγματική μάτσο σωματικότητα, ο Μόρτενσεν βυθίζεται στο πετσί του Τόνι (ο αληθινός Τόνι εμφανιζόταν στους τηλεοπτικούς «Σοπράνο»), γίνεται ο άξεστος, αψίκορος πορτιέρης-μπράβος με τη χρυσή καρδιά, που μαθαίνει στον εκλεπτυσμένο εργοδότη του τι εστί KFC, ή Λιτλ Ρίτσαρντ. Από την πλευρά του, ο Άλι, μίλια μακριά από την ερμηνεία που του χάρισε Όσκαρ β’ ρόλου στο «Moonlight», φτιάχνει έναν υπέροχο, εσωστρεφή  και απαλό Ντον, που με τη σειρά του μαθαίνει στον σοφέρ του τι εστί Μπαχ, ή πολιτισμός –δεν πετάμε σκουπίδια από το παράθυρο του αυτοκινήτου, ξερωγώ. Και κάτι τελευταίο: παρά το ότι σου γεννιέται η βεβαιότητα ότι ο ίδιος ο Άλι παίζει πιάνο στις αντίστοιχες σκηνές, το παίξιμο που ακούς είναι του Κρις Μπάουερς, του συνθέτη που υπογράφει και το σάουντρακ. Τα δάχτυλα, ωστόσο, είναι του Άλι… Πηγαίντε άφοβα. Είναι ωραίο, ψυχαγωγικό σινεμά με δυο φοβερούς ηθοποιούς.

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες