Κινηματογράφος | Ταινίες

Δύση ηλίου , 2018 (Napszállta)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Λάσλο Νέμες
Σενάριο
Λάσλο Νέμες, Κλάρα Ρόγιερ, Ματιέ Ταπονιέ
Πρωταγωνιστούν
Γιούλι Γιάκαμπ, Βλαντ Ιβάνοφ, Έβελιν Ντόμπος, Γιούλια Γιαμπουκόφσκα, Γιάνος Κούλκα, Μάρτσιν Τζάρνικ, Λεβέντε Μόλναρ
Διάρκεια
142
Χώρα
Ουγγαρία, Γαλλία
Είδος
Δράμα εποχής
Πρεμιέρα
28 Φεβρουαρίου 2019

Με εντυπωσιακό φόντο την αυστροουγγρική Βουδαπέστη λίγο πριν τον Α’ Παγκόσμιο, ένα ατομικό και οικογενειακό δράμα, που διαποτίζεται από νεφελώδεις συνομωσιολογικές προεκτάσεις, κινεί τη δεύτερη, σαφώς κατώτερη, ταινία του Νέμες.

Στη Βουδαπέστη του 1913 διαδραματίζεται η δεύτερη και δικαίως πολυαναμενόμενη ταινία του ούγγρου σκηνοθέτη, μετά το αριστουργηματικό του και οσκαρούχο «Ο γιός του Σαούλ». Στην ούτως ή άλλως αρχοντική και διατηρητέα μαγυάρικη πρωτεύουσα -καταλεπτώς και αριστοτεχνικά παλαιωμένη από τον Λάσλο Ράικ- φτάνει η Ίρις (Γιάκαμπ, μονότονη), ορφανή καπελού, με σκοπό να εργαστεί στον ονομαστό οίκο πίλων Λέιτερ. Το αριστοκρατικό, τεράστιο πιλοποιείο στο κέντρο της τότε must Βουδαπέστης ανήκε στην οικογένειά της, αλλά μετά από καταστροφική πυρκαγιά πέρασε στα χέρια του Όσκαρ Μπριλ (Ιβάνοφ), που ίσως εμφανίζεται απρόθυμος να προσλάβει μια Λέιτερ. Επιτρέπει, ωστόσο, στην Ίρις να δημιουργεί μέσα στον οίκο, που ετοιμάζεται πυρετωδώς για το γιορτάσι των 30 του χρόνων, παρουσία του αυτοκρατορικού ζεύγους. Στο παρασκήνιο, βέβαια, ο Μπριλ ετοιμάζει και κάτι αποτρόπαιο και νοσηρό, κάτι που μοιάζει με εμπόριο λευκής σαρκός -μάλλον. Συγχρόνως, η Ίρις πληροφορείται την ύπαρξη του αδελφού της, Κάλμαν, ενός θρυλικού, σκοτεινού προσώπου που ίσως και μην υπάρχει πια, που κινείται στα μετόπισθεν της χλιδάτης Βουδαπέστης, και που ενδέχεται να έχει δολοφονήσει έναν πλούσιο κόμη, να έχει κάνει απόπειρα κατά του Μπριλ, ή ακόμη και να συνδέεται με αναρχικές ομάδες που ετοιμάζουν ντου τη βραδιά της μεγάλης γιορτής στο πιλοποιείο. Σαν πολλά «ενδέχεται», «ίσως» και «μάλλον» δεν μαζεύονται; -θα μου πείτε…

Αυτή η ονειρικοεφιαλτική αμφισημία περί του τι πραγματικά συμβαίνει αναδεικνύεται μέσα από την ίδια «νεμεσική» σκηνοθετική μέθοδο, που είχε μεγαλουργήσει στον «Σαούλ»: η κάμερα του Ματίας Έρντελι είναι την περισσότερη ώρα κολλημένη στο μονόπαντα συνοφρυωμένο πρόσωπο της Ίρις-Γιάκαμπ, ή, ακόμη περισσότερο, στους ώμους της, καθώς η κοπέλα κινείται σε πολύβουους δρόμους, σε αριστοκρατικά σαλόνια, ή σε νυχτερινά κακόφημα μέρη. Στο δε φόντο γύρω της, και με τον ήχο πάλι ιδιαίτερα οξυμμένο, εστιάζονται και μετά θολώνουν εκφάνσεις όλου του κοινωνικού γίγνεσθαι εκείνης της γκαστρωμένης εποχής. Ψήγματα αναρχισμού κι εθνικισμού, ψυχαναλυτικές και πρωτοφεμινιστικές νύξεις, παρακμή και αντισημιτισμός, το καταρρέον αυτοκρατορικό παρελθόν και οι ζυμώσεις ενός αβέβαιου πλην επιτακτικού παρόντος, όλα τρυπώνουν στα αριστοτεχνικά κλειστοφοβικά πλάνα του Νέμες. Το κακό, όμως, είναι ότι όλα αυτά τα αξιέπαινα (μην ξεχάσουμε τα υπέροχα κοστούμια και καπέλα του Γκιόργκι Σάκατς) δεν προσδίδουν καμιά πειθώ, κανένα ενδιαφέρον στην ιστορία της νεαρής καπελούς. Αυτή τη φορά, δηλαδή, η αναντίρρητα δεξιοτεχνική κατάδυση του Νέμες στον χωροχρόνο μιας ατομικής ιστορίας υπηρετεί μια νεφελώδη και αναιμική ιστοριούλα… Κι ενώ συμφωνώ ολοκληρωτικά με την επισήμανση του σκηνοθέτη ότι το σημερινό σινεμά πάσχει από «υπέρ-επίδειξη ή υπέρ-ανάλυση», κι αυτή η μεταρσιωμένη, αναπόδραστη υποκειμενικότητα, ε, δεν λειτουργεί πάντα.    

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες