Κινηματογράφος | Ταινίες

Ο Τυχοδιώκτης του Παρισιού , 2018 (L'Empereur de Paris)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Ζαν Φρανσουά Ρισέ
Σενάριο
Ερίκ Μπενάρ
Πρωταγωνιστούν
Βανσέν Κασέλ, Φαμπρίς Λουκινί, Όλγκα Κουριλένκο, Φρέγια Μέιβορ, Αουγκούστ Ντιλ, Τζέιμς Τιερέ, Ντενί Λαβάν, Ντενί Μενοσέ, Πατρίκ Σενέ
Διάρκεια
110
Χώρα
Γαλλία
Είδος
Δράμα εποχής
Πρεμιέρα
07 Μαρτίου 2019

Πανάκριβη εντυπωσιακή παραγωγή, πολύ αίμα και λίγδα, αλλά ελάχιστη από την ουσία που έκανε διαχρονικό θρύλο τον Εζέν-Φρανσουά Βιντόκ, τέως εγκληματία-δραπέτη και μετέπειτα αρχηγό της παρισινής αστυνομίας τον 19ο αιώνα.

Ο Εζέν-Φρανσουά Βιντόκ (1775-1857) ήταν ένας διαβόητος γάλλος κακοποιός και κατά συρροή δραπέτης, που γύρω στα 35 του, αλλαξοπίστησε συθέμελα, έγινε αρχικά πληροφοριοδότης της παρισινής αστυνομίας, για να μείνει τελικά στην ιστορία ως ο πατέρας της σύγχρονης εγκληματολογικής έρευνας, που με τις ρηξικέλευθες μεθόδους του ενέπνευσε λογοτέχνες σαν τον (φίλο του) Μπαλζάκ και τον Πόου. Η ταινία του Ρισέ -μια πανάκριβη, φροντισμένη παραγωγή (Φρανσουά Αμέλ) γυρισμένη σε ένα πιστά πεπαλαιωμένο και απίθανα ρυπαρό Παρίσι της εποχής του Ναπολέοντα- εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στην περίοδο όπου ο Βιντόκ, προσπαθώντας ν’ αγιάσει, μα καταδιωκόμενος πάντα από το εγκληματικό παρελθόν του, πρωτοσυλλαμβάνει την ιδέα της συνεργασίας με την αστυνομία με αντάλλαγμα την αποφυγή της γκιλοτίνας. Κρυφές συναντήσεις-συνεννοήσεις του με τον αρχηγό της παρισινής αστυνομίας (Σενέ), αλλά και με τον Φουσέ (ο Λουκινί σε ρόλο-καρικατούρα), τον αριστοκρατικά αδυσώπητο Υπουργό Αστυνομίας του Βοναπάρτη, κόντρες και ξεκαθαρίσματα με πρώην συν-εγκληματίες (Ντιλ και Λαβάν, μεταξύ άλλων) ή με μπάτσους (Μενοσέ, επίσης χαραμισμένος), έρως ανίκατε μάχαν μεταξύ του Βιντόκ και της σπιτωμένης τροτέζας, Ανέτ (Μέιβορ), συν ένα (μάλλον επινοημένο) παιχνίδι λαγνείας και εξουσίας μεταξύ του ανερχόμενου «Αυτοκράτορα του Παρισιού» και μιας βαρόνης των σαλονιών, που δεν ήταν μήτε βαρόνη μήτε των σαλονιών, την οποία υποδύεται η (πάντα κακή) Κουριλένκο. Και δίπλα σε αυτά τα ας-πούμε δραματουργικά, Ρισέ και Μπενάρ (ο σεναριογράφος, ντε) ρίχνουν υπεράφθονες ενέδρες, ξεκοιλιάσματα, ξιφομαχίες, και γενικά μάχες σώμα-με-σώμα σε σκονισμένα σοκάκια, σκοτεινά καταγώγια, και άλλα αβανταδόρικα location της ναπολεόντειας Πόλης του Φωτός.

Α, à propos, ο ίδιος ο αυτοκράτωρ Βοναπάρτης κάνει μια φευγαλέα εμφάνιση, πλάτη και έφιππος, καθώς απομακρύνεται από συνάντηση με τον Φουσέ. Είναι μια ωραία πινελιά αυτή, καθώς υπογραμμίζει την χαοτική απόσταση μεταξύ της αυτοκρατορικής εξουσίας και του λιγδοσκονισμένου πόπολου τύπου «Άθλιοι», που κυριαρχεί στην ταινία. Εξάλλου, ο Ρισέ μας λέει πως κι ο Βιντόκ ήταν ουσιαστικά ένας από δαύτους: ένας κατατρεγμένος ποπολάρος, πλην όμως αρκετά έξυπνος ώστε να μεσουρανεί ένθεν και ένθεν του νόμου. Ο δε Κασέλ, ενσαρκώνοντας έναν πολυπαιγμένο θρυλικό χαρακτήρα (που δικαίωσε τηλεοπτικά τον Κλοντ Μπρασέρ, αλλά εξέθεσε σινεματικά τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ), είναι ο συνήθης φουριόζος, ανοικονόμητος και, κατά στιγμές, εντυπωσιακός Κασέλ. Συμπερασματικά, πρόκειται για καλοφτιαγμένο φραντσέζικο μπλοκμπάστερ που άνετα το χαζεύεις -χωρίς πολλές-πολλές απαιτήσεις σε επίπεδο χαρακτηρολογίας και διαλόγων, βέβαια. Το θέμα είναι πως μια τέτοια ταινία δεν δικαιώνει τον άνθρωπο που επινόησε πρακτικές σαν τα γύψινα εκμαγεία πατημασιών, την βαλλιστική έρευνα, ή την ανθρωπομετρία στον τόπο ενός εγκλήματος…

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες