Κινηματογράφος | Ταινίες

Mektoub, αγάπη μου , 2017 (Mektoub, My Love: Canto Uno)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Αμπντελατίφ Κεσίς
Σενάριο
Αμπντελαρίφ Κεσίς, Γκαλιά Λακρουά
Πρωταγωνιστούν
Σαϊν Μπουμεντίν, Οφελί Μπο, Σαλίμ Κεσιούς, Αφσιά Ερζί, Λου Λουτιό, Αλεξιά Σαρντάρ, Ντελιντά Κεσίς
Διάρκεια
174
Χώρα
Γαλλία, Ιταλία
Είδος
Ρομαντική δραμεντί
Πρεμιέρα
28 Μαρτίου 2019

Ηδονιστικά γκροπλάν, καλοκαιρινή ανεμελιά, ρευστές σχέσεις και φυσικότατοι διάλογοι υπηρετούνται από ένα θαυμάσιο πολυπρόσωπο καστ, σκιαγραφώντας με ε-ξου-θε-νω-τι-κή λεπτομέρεια και διάρκεια κάτι νεανικές θερινές διακοπές του 1994…

Η πολυαναμενόμενη νέα ταινία του Κεσίς, πέντε χρόνια μετά την πασίγνωστη «Ζωή της Αντέλ», είναι, με το συμπάθιο, ολίγον απάλευτη. Βασισμένη πολύ χαλαρά στο μυθιστόρημα «La blessure, la vraie» (Η λαβωματιά, η αληθινή) του Φρανσουά Μπεγκοντό, η ταινία παρακολουθεί επί κοντά τρεις ώρες μια παρέα νέων (συν συγγενείς και φίλους) που διακοπάρει ηδονικά στην πόλη Σετ του γαλλικού νότου το καλοκαίρι του 1994. Παρεμπιπτόντως, στο βιβλίο η δράση τοποθετείται το 1986, σε πόλη του γαλλικού βορρά, ενώ ο κεντρικός ήρωας είναι 15 ετών και δεν έχει καταγωγή από την Τυνησία. Προφανώς, ο Κεσίς έφερε το όλον πιο κοντά στα δικά του βιώματα. Στο κέντρο της δικής του ιστορίας, ο 20χρονος Αμίν (Μπουμεντίν), ο οποίος επιστρέφει για το καλοκαίρι στο πατρικό του στην Σετ, έχοντας μόλις παρατήσει τις σπουδές ιατρικής στο Παρίσι, καθότι έχει βλέψεις για σεναριογράφος –ή φωτογράφος. Στην πρώτη κιόλας σκηνή, ο Αμίν φτάνει στο σπίτι της παιδικής του φίλης, Οφελί (εντυπωσιακή η πρωτοεμφανιζόμενη Μπο), και την βλέπει απ’ το παράθυρο (κι εμείς μαζί του) να πηδιέται περιπαθώς με τον ξάδελφό του, Τονί (Κεσιούς), καίτοι λογοδοσμένη με κάποιον Κλεμάν που υπηρετεί σε αεροπλανοφόρο στον Κόλπο (τον Περσικό, καλέ…). Καθώς ο Αμίν χτυπάει το κουδούνι, ο Τονί το σκάει από την πίσω πόρτα, και ακολουθεί η ολίγον κομπλαρισμένη (και φυσικότατη) κουβέντα μεταξύ Αμίν και Οφελί παρέα με μπίρα και φράουλες… Στο μεταξύ, μπορεί να’ χει περάσει ήδη κάνα τέταρτο σε αληθινό κινηματογραφικό χρόνο.

Κάπως έτσι, τραβώντας νατουραλιστικά μα εν τέλει άσφαιρα την αφήγησή του, ο Κεσίς παρακολουθεί με το πάσο του όσα συμβαίνουν εκείνο το καλοκαίρι. Που δεν είναι και τίποτα πρωτότυπο ή κοσμογονικό: φασώματα του γαμίκου Τονί στην ντίσκο και στα μπαρ με τουρίστριες, κουτσομπολιά, παρεξηγήσεις, γέλια και κοκορομαχίες στην παραλία, συζητήσεις μεταξύ Αμίν και Οφελί καθώς εκείνη περιποιείται τα κατσίκια της αγροτικής της οικογένειας, κάποιες σκηνές με γονείς-σόι, ενώ τα νιάτα ψαχουλεύουν αισθήσεις και συναισθήματα μες στην κάψα του καλοκαιριού. Είναι πέραν περιγραφής πόσο φυσικά, αλλά συγχρόνως αισθαντικά και μυθοποιημένα, είναι όσα καταγράφει ο φακός του Μάριο Γκρατσαπλένα: ηδονοβλεπτικά ζουμ σε τροφαντούς νεανικούς πωπούς με ίχνη κυτταρίτιδας, διάλογοι που νομίζεις ότι τους ξεκλέβεις από τους διπλανούς στην παραλία, καταστάσεις που λίγο-πολύ όλοι θυμόμαστε από εκείνα τα καλοκαίρια μας. Το κακό είναι πως αυτό το βιολί κρατάει από την αρχή έως το τέλος, χωρίς καμιά δραματουργική κορύφωση –έτσι,  απλά μια ρεαλιστικότατη, ονειρική καταγραφή της θερινής νιότης. Και το ακόμη πιο δυσοίωνο είναι πως πρόκειται μόνο για το πρώτο μέρος μιας τριλογίας, της οποίας το δεύτερο μέρος κυκλοφορεί φέτος στη Γαλλία. Τι να πω; Έχει σίγουρα καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, άψογες ερμηνείες, υπέροχες λήψεις, φουλ νατουραλισμό, αλλά σινεμά, με την τρέχουσα έννοια του όρου, δεν είναι.

Τατιάνα Καποδίστρια

Φωτογραφίες