Κινηματογράφος | Ταινίες

Τα δάκρυα του βουνού , 2018 (The mountain tears)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Στέλιος Χαραλαμπόπουλος
Σενάριο
Στέλιος Χαραλαμπόπουλος
Πρωταγωνιστούν
Νίκος Γεωργόπουλος, Σπύρος Ζαμπέλης, Αργύρης Κόγκας, Σπύρος Φωτίου, Γιάννης Ζαφειρόπουλος, Πάνος Κοψίδας, Μιχάλης Γκριγκόρε, Λουκία Κατωπόδη, Λυγερή Ταμπακοπούλου
Διάρκεια
111
Χώρα
Ελλάδα
Είδος
Φολκλορικό δράμα εποχής
Πρεμιέρα
04 Απριλίου 2019

Η σπαρτιάτικη, ορεσίβια νομαδική ζωή μιας δράκας πετράδων του 1900 συνδιαλέγεται με την ομηρική «Οδύσσεια» αντηχώντας τη διαχρονική εθνική μας μοναξιά και περιπλάνηση, σε μια τίμια ταινία με ερασιτεχνικό καστ.

Χωρίς να απομακρυνθεί από την διαχρονική, πέρα από γραφικότητες, ελληνικότητα, ο Χαραλαμπόπουλος, δυο χρόνια μετά το θαυμάσια υπαινικτικό ντοκιμαντέρ «Της πατρίδας μου η σημαία», παρουσιάζει μια φολκλορική μυθοπλασία με θέμα τους πετράδες των ελληνικών βουνών. Το πραγματικό υποκείμενο θέμα της ταινίας, βέβαια, είναι τα προαιώνια χούγια/ δεινά της φυλής, που αντιπαραβάλλονται με την ομηρική «Οδύσσεια» με φόντο το ταραγμένο λυκαυγές του 20ου αιώνα. Το 1899, μια νομαδική δράκα πετράδων, υπό τον πρωτομάστορα Μάρκο (Γεωργόπουλος), περιπλανιέται από χωρίου εις χωρίον λαξεύοντας την πέτρα (τα δάκρυα του βουνού), χτίζοντας γεφύρια, σπίτια, εκκλησιές, σχολεία. Ο λόγος τους λιτός, η ζωή τους σπαρτιάτικη, μοναχική, σκληρή σαν την πέτρα. Αλλά εντός τους σιγοκαίει ο καημός του νόστου, καθώς ένας πρόσφατος πολύχρονος πόλεμος τους έχει αποκόψει από τις εστίες τους. Στην κακοτράχαλη πορεία τους προς το νόστιμον ήμαρ, οι πετράδες θα αντιμετωπίσουν προκλήσεις και εμπόδια που παραπέμπουν υπόκωφα στην Κίρκη, στη χώρα των Λωτοφάγων, στους Λαιστρυγόνες, ή ακόμη και στην Νέκυια και την κάθοδο στον Άδη. Κι ενώ οι τεχνίτες του λακίζουν ένας-ένας –άλλοι ξεσηκωμένοι από τις σειρήνες της αναδυόμενης «μοντέρνας» ευζωίας, άλλοι ηττημένοι από την απληστία τους, τον θάνατο ή τον ανταγωνισμό–, ο Μάρκος, ως άλλος Οδυσσέας, θα παραμείνει μόνος φρουρός ενός «παλιού κόσμου». Ενός κόσμου που δεν υπόσχεται τίποτα απαστράπτον ή νεωτεριστικό, αλλά βρίσκει την αρμονία και το μέτρο μέσα στην σιωπηλή σοφία της φύσης, πάνω στις ακμές της λαξεμένης πέτρας –που έχτισε τον κόσμο…

Με καστ ερασιτεχνικό –απαρτίζεται από κατοίκους των Τζουμέρκων και της Λευκάδας, όπου έγιναν τα γυρίσματα– ο Χαραλαμπόπουλος δίνει στην αφήγησή του έναν τόνο φολκλορικού μύθου, χρίζοντας τη φύση σιωπηρό πρωταγωνιστή. Η δε κάμερα του πάντα άξιου, Δημήτρη Κορδέλα, αναδεικνύει την αρχετυπική μυθικότητα του ορεινού ελληνικού τοπίου, κινούμενη σε μια χρωματική παλέτα από το άσπρο του χιονιού, έως το καφεπράσινο του δάσους, που αντιτίθεται στην γκριζάδα της ανθρώπινης παρουσίας. Λυρική και καίρια η μουσική σύνθεση του Πλάτωνα Ανδριτσάκη συνεισφέρει στην παραβολικότητα της αφήγησης. Συμπερασματικά, καίτοι πρόκειται ξεκάθαρα για φτωχή παραγωγή (πράμα που επιτείνει τις όποιες αδυναμίες της), η λιτή ταινία του Χαραλαμπόπουλου έχει γοητεία.

Τατιάνα Καποδίστρια