Κινηματογράφος | Ταινίες

Fish ’n' Chips ,

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Ηλίας Δημητρίου
Σενάριο
Ηλίας Δημητρίου
Πρωταγωνιστούν
Μάριος Ιωάννου, Μάρλεν Καμίνσκι, Άν-Μαρί Ο’ Σάλιβαν, Διομήδης Κουφτερός, Άλκηστις Παυλίδου, Μαργαρίτα Ζαχαρίου, Αντρέας Φυλακτού
Διάρκεια
102
Χώρα
Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο, Κύπρος
Είδος
Κοινωνική
Πρεμιέρα
08 Μαΐου 2012

Ποιός είναι ο τόπος μου; Τι είν’ η πατρίδα μας; Πού ημερεύει ο νούς; Δίπλα στους ανθρώπους που αγαπάμε, λέει με συγκινητικό, χαμηλότονο και ρεαλιστικό τρόπο ο άρτι βραβευθείς δημιουργός του «Fish n’ Chips».

Επιτέλους μια ελληνική ταινία (κι ας «μιλάει» μέσω υποτίτλων μόνο αγγλικά, κυπριακά και γερμανικά) που δεν φοβάται το συναίσθημα! Και δεν το ευτελίζει. Ούτε και το καμουφλάρει πίσω από αλληγορίες, αποστασιοποιημένους συμβολισμούς και ακκιζόμενα σκηνοθετικά τεχνάσματα –που τόσο αγαπούν κάποιοι ντόπιοι κινηματογραφιστές. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Κύπριου σκηνοθέτη (βραβεύτηκε δικαίως ως πρωτοεμφανιζόμενος στα πρόσφατα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου) συνιστά πριν από ο,τιδήποτε άλλο έναν ύμνο στην αέναη αναζήτηση του ανθρώπου για τις προσωπικές του ρίζες και άγκυρες –είτε αυτές σχετίζονται με την ανθρωπογεωγραφία, είτε με την σκέτη γεωγραφία... Κι όσο κι αν η εθνολογική ταυτότητα του ήρωα της ταινίας –ο Άντυ είναι Κύπριος που ζει στο Λονδίνο κι επιστρέφει στα πάτρια, Κατεχόμενα και μη, επιχειρώντας να κάνει εκεί μια νέα αρχή ανοίγοντας ένα μαγαζί fish n’ chips– θα μπορούσε να περιορίσει την ταινία στο αμιγώς ελληνοκυπριακό και «βεβαρημένο» επίπεδο, το «Fish n’ Chips» προσπερνά τις υπηκοότητες. Και στοχεύει ντουγρού στην ψυχούλα των ανθρώπων. Εξάλλου, η ύπαρξη της ανατολικογερμανίδας αστεφάνωτης συντρόφου του Άντυ (πολύ καλή η Καμίνισκι με την σκιαγμένη ασυνείδητη ψυχρότητά της), της καρα-Εγγλέζας ενήλικης κόρης της, μιας φευγαλέας Ισπανίδας γριούλας που τραγουδάει αγγελοκρουσμένη σε έναν οίκο ευγηρίας της Κύπρου, αλλά και του Τουρκοκύπριου Τζίμη στο Λονδίνο (που αποδεικνύεται καταλύτης, αλλά δεν λέω περισσότερα) επιτείνουν την αίσθηση πως εδώ σημασία δεν έχει τόσο το «κυπριακό δράμα», όσο το απλό, καθημερινό δράμα των ανθρώπων ανεξαρτήτως τόπου γέννησης και διαμονής.

Οι διάλογοι, σε πολλές στιγμές, κεντάνε μεταξύ αστείου και συγκινητικού, οι χαρακτήρες μοιάζουν εντελώς αληθινοί και σηματοδοτούν εαυτούς άμα τη εμφανίσει, ο εξαίρετος ήχος της ταινίας (Μάρκο Λόπεζ) πρωταγωνιστεί διακριτικά, ενώ υπάρχουν και μερικά θαυμάσια πλάνα –όπως εκείνο με τον Άντυ και τη μητέρα του, που πάσχει από γεροντική άνοια και θέλει να επιστρέψει στην Κύπρο για να πεθάνει, να μαζεύει ανύπαρκτα ραδίκια σε ένα λονδρέζικο πάρκο, ή εκείνη με τον Άντυ (αλάνθαστος και ουσιαστικότατος ο Ιωάννου) και τον αδελφό του, ξαπλωμένους σε εμβρυακή στάση, «στρογγυλά» κι αντικρυστά αλά γιν-γιανγκ, να κλαίνε...

Τατιάνα Καποδίστρια