Κινηματογράφος | Ταινίες

Το Κάλεσμα , 2013 (The Conjuring)

Αξιολόγηση

Id

Σκηνοθεσία
Τζέιμς Ουάν
Σενάριο
Τσαντ και Κάρι Χέιγιες
Πρωταγωνιστούν
Βίρα Φάρμιγκα, Πάτρικ Ουίλσον, Λίλι Τέιλορ, Ρον Λίβινγκστον, Τζόουι Κινγκ, Σάνλεϊ Κάσγουελ, Χέιλι ΜακΦάρλαντ
Διάρκεια
112
Χώρα
Ηνωμένες Πολιτείες
Είδος
Τρόμου
Πρεμιέρα
26 Σεπτεμβρίου 2013

Καλογυρισμένος, «παλιομοδίτικος» τρόμος για το νεοαποκτηθέν σπίτι μιας πολύτεκνης οικογένειας που αποδεικνύεται άντρο δαιμόνων και ταλανισμένων πνευμάτων. Βασισμένο, λέει, σε αληθινή ιστορία –αλλά και αρκούντως νηφάλιο.

Ο Εντ και η Λορέιν Ουόρεν, δαιμονολόγοι (ή κυνηγοί πνευμάτων) στο επάγγελμα, είναι καθ’ όλα υπαρκτά πρόσωπα (H 86χρονη Λορέιν, μάλιστα, ζει ακόμα, αν και ένα χρόνο μεγαλύτερη από τον μακαρίτη Εντ). Στην ιδιαιτέρως καλοστημένη ταινία του Μαλαισιανού Ουάν, το προρρηθέν ζεύγος υποδύονται, πολύ πειστικά, ο Ουίλσον και η Φάρμιγκα, εισάγοντάς μας με το «καλημέρα» στα κλασικά κόλπα του προ ψηφιακών εφέ τρομοσινεμά. Μαθαίνουμε, λόγου χάρη, για μια παλιά υπόθεση που είχε εξιχνιάσει το ζεύγος τη δεκαετία του ’60, με μια (κακάσχημη) κούκλα, ονόματι Άναμπελ, η οποία είχε, λέει, καταληφθεί από δαίμονα, μα τώρα βρίσκεται κλειδωμένη στο υπόγειο με όλα τα «εξορκισμένα» λάφυρα των Ουόρεν. Και μετά, μεταπηδάμε στα 1971 και στο Χάρισβιλ του Ρόουντ Άιλαντ. Όπου, η (επίσης υπαρκτή) οικογένεια των Περόν –μπαμπάς (Λίβινγκστον), μαμά (Τέιλορ), και πέντε θυγατέρες– φτάνουν στο τεράστιο παλιό αγροτόσπιτο που μόλις αγόρασαν δίπλα σε μια λιμνούλα.
Κι από το πρώτο ήδη βράδυ, καθώς τα κορίτσια παίζουν μια παραλλαγή του κρυφτού («κρύψου και χτύπα παλαμάκια», ενόσω αυτός που τα φυλάει ψάχνει με δεμένα μάτια) αρχίζουν τα σημάδια… Κρυμμένα περάσματα προς το αραχνιασμένο υπόγειο με το ξεκούρδιστο πιάνο, πόρτες που κλείνουν μόνες τους, αλλά, μπα, δεν ήταν που έκανε ρεύμα, και την επόμενη το πρωί, το σκυλί των Περόν, που είχε μουλαρώσει και δεν ήθελε να μπει στο σπίτι, να κείται νεκρό στον κήπο… Κι όταν θ’ αρχίσουν α) η μαμά να βγάζει κάτι περίεργες μελανιές σε όλο της το σώμα, β) η παλαιόθεν υπνοβατούσα κόρη να σηκώνεται και να «κολλάει» με μια συγκεκριμένη παλιά ντουλάπα (είναι «πέρασμα», να ξέρετε), γ) μια άλλη κόρη να αισθάνεται πως κάποιος (αόρατος, φυσικά) της τραβάει τα πόδια μες στον ύπνο της, ε, πάνε και καλούν, όπως κάθε άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του, τους διάσημους δαιμονολόγους μας.
Τέλος πάντων, η έλευση των Ουόρεν –με νεαρό βοηθό και διάφορα τεχνολογικά καλούδια καταγραφής–, η διαρκής επιδείνωση των «περιστατικών» και η ανακάλυψη από την  κατ’ επάγγελμα «ψυχανεμιζόμενη» Λορέιν τριών (τουλάχιστον) πνευμάτων νεκρών κι ενός δαίμονα που κάνουν κουμάντο στο σπίτι, θα εκτινάξει την ταινία σε ψηλά επίπεδα σινεματικού τρόμου. Θα φέρει την μαμά Περόν στα πρόθυρα του θανάτου από δαιμονοκαταληψία… Και θα θυμίσει αρκετά τον  «Εξορκιστή», καθώς η πατίνα του ’70 στην κινηματογράφηση, η έλλειψη κάθε διάθεσης παρωδίας των τεκταινόμενων και η ξεχωριστή σημασία της έννοιας της θρησκείας (οι Περόν είναι περίπου άθεοι, τα κορίτσια τους αβάπτιστα) δανείζονται ψήγματα υποβολής και τρόμου από την κλασική ταινία-σταθμό  του Φρίντκιν.
Καλές ερμηνείες, μετρημένα αστεία (μια πόρτα που τρίζει, η αγωνία που κλιμακώνεται και ο επισκέπτης-σερίφης που…  βγαίνει από την τουαλέτα), λίγα ειδικά εφέ κι ένα αδιαμφισβήτητο σκοράρισμα σεναριογράφων και σκηνοθέτη. Διότι, όσα κουφά και τραυματικά συμβαίνουν ή «συμβαίνουν» στην οικογένεια Περόν, παρουσία των Ουόρεν και δυο ακόμη ατόμων, μπορεί να είναι απλώς αποκύημα της φαντασίας ή ομαδική παράκρουση ανθρώπων με ταραγμένο ή ευάλωτο ψυχισμό. Αλλά, μπορεί και να μην είναι, ξέρετε… Ε, κι αυτή η αμφιθυμία διατηρείται ακέραια ως το τέλος. Μια ταινία που επιστρέφοντας στις ρίζες του είδους καταφέρνει να το ανανεώσει.

Τατιάνα Καποδίστρια