Θέατρο | Είδα...

Είδα: τον «Ασχημο» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λάλου 16 Ιανουαρίου 2019

Συστάσεις για ένα ελάχιστα παιγμένο στην Ελλάδα κείμενο μέσα από μια απολαυστική και καλοστημένη προσπάθεια.

Ασφαλώς και δεν υπάρχει μαγική συνταγή για να επανιδρύσει κανείς μια θεατρική σκηνή· μολονότι τα απαραίτητα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση μοιάζουν μετρημένα: Η επιλογή ενός καλού έργου, μια καίρια προσέγγιση πάνω σε αυτό, μια διανομή που θα το αναδείξει.

Αυτόν τον χειμώνα στο Tempus Verum ο Δημήτρης Λάλος (καλλιτεχνικός διευθυντής του και σκηνοθέτης των κεντρικών παραγωγών του) μοιάζει να δοκιμάζει όλες τις παραπάνω γενικές «οδηγίες» και να τους αποδίδει το ειδικό βάρος που μπορούν να οδηγήσουν σε αυτό που ορίζουμε (επίσης γενικότροπα) ως καλό αποτέλεσμα.

Αρχικά, επιλέγει ένα ελάχιστα παιγμένο έργο στην Ελλάδα με περγαμηνές ωστόσο στη Δυτική Ευρώπη και στη Νέα Υόρκη: Το κείμενο του Γερμανού Μάριους Φον Μάγιενμπεργκ, μια ευφυή, καφκικού τύπου, κωμική αλληγορία πάνω στη σχέση του είναι και του φαίνεσθαι - αξίες που στρεβλώνονται δραματικά στην εποχή της εικόνας, του καπιταλισμού και της ταχύτητας. Ηρωας του Φον Μάγιενμπεργκ είναι ο Λέττε, ένας επιτυχημένος στη δουλειά του υπάλληλος που υποφέρει με αποκλεισμό εξαιτίας της ασχήμιας του. Η ανατροπή θα γίνει όταν αποφασίσει να προχωρήσει σε extreme makeover του προσώπου του για να διαπιστώσει μια εντυπωσιακή αλλαγή στον τρόπο που τον υποδέχεται ο περίγυρος του.

Το έργο του 46χρονου συγγραφέα από το Μόναχο – που πρωτοπαρουσιάστηκε στους κόλπους της Σαουμπίνε μια δεκαετία πριν – φαίνεται να έλκει χαρακτηριστικά του ύφους του από τον πατέρα του παραλόγου, τον Ιονέσκο: Στα όρια της σκοτεινής φάρσας και της μαύρης, δυστοπικής κωμωδίας σατιρίζει με σθένος την εμμονή του ατόμου στην επιφάνεια, στην εξωτερική εμφάνιση, ερευνά το πόσο η εμφάνιση καθορίζει το περιεχόμενο, αλλά και τι σημαίνει μοναδικότητα στο κοινωνικό σύνολο, ακόμα κι αν αυτή φιλτράρεται μέσα από ένα άσχημο πρόσωπο.

Ναι, ο «Ασχημος» του Μάριους Φον Μάγιενμπεργκ είναι ένα έργο που μπορεί κάλλιστα να εκπέμψει το σήμα ενός ανήσυχου θεάτρου για τη νεότερη δραματουργία και να επιτρέψει στον διαχειριστή του να δοκιμαστεί δημιουργικά. Ο Δημήτρης Λάλος, πράγματι, διατηρεί αυτή τη μεταμοντέρνα κομψότητα που διατρέχει τη φυσιογνωμία του κειμένου, αλλά τονώνει φαρσικά το γκροτέσκο στοιχείο του για να εκμαιεύσει γέλιο. Σ' ένα λιτό σκηνικό περιβάλλον - δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η σκηνογραφία της Ιωάννας Πλέσσα δεν φαντάζει κάπως ελλειπής, αλλά ευτυχώς η κατάσταση ισορροπείται από τους φροντισμένους φωτισμούς του Περικλή Μαθιέλη – o Λάλος επιτυγχάνει μια δύσκολη ισορροπία: να προωθήσει τόσο τα αστεία όσο και τις ιδέες του έργου. Να φωτίσει τόσο τη φάρσα όσο και την οντολογική απελπισία και ματαιοδοξία πίσω της. Ακολουθεί τον, από γραφής, ταχύ ρυθμό του (σε σημεία η σκηνοθεσία του θα άντεχε μεγαλύτερη χρονική πύκνωση) και εκμαιεύει από τους ηθοποιούς του απολαυστικές, κάποτε και φρενήρεις ερμηνείες.

Στον ρόλο του άσχημου, ο Θανάσης Δόβρης – ένας αθόρυβος, αλλά άξιος ερμηνευτής – καλείται να σηκώσει το φιλοσοφικό βάρος του έργου, να προσωποποιήσει την ανθρώπινη ρηχότητα χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει πλάκα· απλώς κυοφορεί περισσότερο το γελοίο παρά το αστείο. Αντίθετα, η γκροτέσκα προσέγγιση των υπόλοιπων τριών ηθοποιών – Βάσως Καβαλιεράτου, Συμεών Τσακίρη και Μιχάλη Βρεττού – δίνουν ερμηνείες περισσότερο τοποθετημένες στο αστείο. Η Βάσω Καβαλλιεράτου δίνει ρέστα ως σύζυγος του άσχημου Λέττε και επιλέγει μια ερμηνεία - καρικατούρα για τον έτερο ρόλο της, ως κατεστραμμένης από πλαστικές, πλουσίας. Ο Συμεών Τσακίρης έμπλεος κυνισμού υποδύεται απολαυστικά τον προϊστάμενο του Λέττε όσο και τον χειρουργό του – αν και η εκφραστική του παλέτα συμπίπτει κάπου – κάπου μεταξύ των δύο ρόλων. Τέλος, ο Μιχάλης Βρεττός, μολονότι μοιάζει περισσότερο εγκρατής ερμηνεύοντας το συνάδελφο του Λέττε και έναν γκέι διεκδικητή του ενσωματώνεται ωραία στην υπόλοιπη ομάδα που αναγάγει το κυνήγι της ομορφιάς σε υπαρξιακή υστερία.

Οι τέσσερις τους υποδέχονται τους θεατές στο φουαγιέ του Tempus σ' ένα, σημειολογικής αξίας, μουσικό σατιρικό δρώμενο με καλυμμένα τα πρόσωπα τους από γάζες, σαν να έχουν μόλις υποστεί ολική χειρουργική προσώπου. Με εξαίρεση το κλασικό απόσπασμα της έναρξης, η υπόκωφα μοντέρνα μουσική της παράστασης φέρει την υπογραφή του Μίνωα Μάτσα· υπογραμμίζοντας ωραία τη νεωτερικότητα του έργου.

Γιατί να το δω:
- Για την επιλογή του ωραίου έργου.
- Για την ισορροπημένη σκηνοθετική διαχείριση.
- Για το καλοδουλεμένο team των ερμηνευτών.

Διαβάστε επίσηε: Δημήτρης Λάλος: «Το μοναδικό μου σχέδιο είναι να μπορέσω να κρατήσω το θέατρο ανοιχτό»

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_photo_1 Είδα: τον «Βαφτιστικό» σε σκηνοθεσία και διεύθυνση Γιώργου Πέτρου Μια σύγχρονη και απολύτως θεατρική σκηνοθεσία της γνωστής οπερέτας. Main_3bd04f9e-cb8c-444f-8089-8ba1172cc991 Είδα: τον «Ανθρωπο με το λουλούδι στο στόμα» σε συ-σκηνοθεσία Τ. Ιορδανίδη και Α. Λεμπεσόπουλου Μια παράσταση-ανεμοστρόβιλος, στην οποία παρασύρεται ο θεατής για να μείνει, εν τέλει, ενεός από τη δύναμη της υποκριτικής δεινότητας του Α. Λεμπεσόπουλου. Main_image0153 Είδα: τα «Πουλιά στον αέρα» σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη Εντιμη, σε γενικές γραμμές, προσπάθεια πάνω σε μια ξεθωριασμένη, από το χρόνο, κωμωδία. Main_%ce%a7%ce%b1%ce%bd%cf%82_%ce%9a%cf%8c%ce%bb%cf%87%ce%b1%ce%b1%cf%82_3 Είδα: το «Χανς Κόλχαας» σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ Πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθετική προσέγγιση που καταφέρνει να παρουσιάσει το οδοιπορικό του ομώνυμου ήρωα. Main_unnamed_(2) Είδα: τo «Να ντύσουμε τους γυμνούς» σε σκηνοθεσία Γιάννου Περλέγκα Ασυνήθιστη, αν και τεκμηριωμένη ανάγνωση στον Πιραντέλο που ωστόσο πέφτει σε αντιφάσεις.
#load_content_with_ajax