Θέατρο | Είδα...

Eίδα τους «Καρχαρίες» και τα «Μυρμήγκια» του Θανάση Τριαρίδη 24 Απριλίου 2013

Η παράσταση των «Μυρμηγκιών» παρακολουθείται με ενδιαφέρον, ενώ οι «Καρχαρίες» υπηρετήθηκαν με πίστη και διαθεσιμότητα.

Πολυπράγμων και πολυγραφότατος, ο 43χρονος συγγραφέας και κοινωνικός ακτιβιστής Θανάσης Τριαρίδης από τη Θεσσαλονίκη, δεν επιτρέπει εύκολες προσεγγίσεις. Σαν όλα αυτά που κάνει και γράφει τα τελευταία δέκα χρόνια, αντί να φωτίζουν αυτό που ποικιλοτρόπως εκφράζει, να το θολώνει. Γιατί προσπαθώντας να δείξεις τη σχετικότητα της «απόλυτης αλήθειας» που με διαφορετικές μορφές ταλανίζει την ανθρωπότητα από την αρχή της ιστορίας του ανθρώπου, ο πιο συχνός κίνδυνος είναι να εκφράσεις μία νέα αντι-αλήθεια που να διεκδικεί το απόλυτο κύρος –κατά το γνωστό παράδειγμα της Λογικής, η θέση «Όλα είναι σχετικά» δεν είναι αληθής αφού εμπεριέχει την αναίρεσή της.

Η πληθωρικότητα των διαβασμάτων του, των ικανοτήτων του, των προθέσεων του, των δημοσίως κατατεθειμένων απόψεων, δικαιολογεί πιθανόν αυτό που διάβασα στο δάσος του διαδικτύου γι’ αυτόν: ότι ανακαλεί τον τύπο του αναγεννησιακού Homo Universalis, δηλαδή του φιλοπερίεργου, με ερευνητικό και κριτικό πνεύμα, ανθρώπου, που ενδιαφέρεται για κάθε πεδίο του επιστητού. Κατανοώ, ωστόσο όσους θα αντιτείνουν ότι εντάξει, homo universalis ήταν ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, ας είμαστε υπερβολικοί με όρους που οδηγούν σε εξουθενωτικές συγκρίσεις.
Επιπλέον η εν λόγω πληθωρικότητα συχνά έχει αρνητικές συνέπειες. Η έντονη ανάγκη (δημόσιας) έκφρασης σε συνδυασμό με την αυτοπεποίθηση (ενίοτε και την ευγενή αλαζονεία) που παρέχει η πολυμάθεια, οδηγεί σε έργα, εν προκειμένω θεατρικά, των οποίων ο πυρήνας διασπάται/διαχέεται σε πλήθος επιμέρους ζητημάτων. Οι διακειμενικές, π.χ. αναφορές των δύο θεατρικών έργων του που παρουσιάζονται αυτήν την εποχή στην Αθήνα, εκπλήσσουν ως προς την ετερογένεια τους και προκαλούν απορίες για το πού τελικά θέλει να επικεντρώσει ο συγγραφέας.
«Θα έπρεπε να επικεντρώσει κάπου;» είναι το ερώτημα που θέτω στον εαυτό μου, αμφισβητώντας το κύρος (όσων μόλις έγραψα) που συνήθως διεκδικεί ο κριτικός. Γιατί, όπως λέει και ο πολύς Michel de Montaigne από τον μακρινό 16ο αι. (δεν είναι καθόλου τυχαίο που μου τον θύμισε ο Τριαρίδης): «Οι διαλογισμοί μου και η κρίση μου περπατούνε πασπατευτά, τρεκλίζοντας, σκοντάφτοντας και παραπατώντας. Και όποτε πάω το μακρύτερο που μπορώ, ακόμη και τότε δεν είμαι καθόλου ευχαριστημένος: βλέπω ακόμη τόπο πέρα αλλά θολά και συννεφιασμένα -δεν μπορώ να τον ξεχωρίσω» (Δοκίμια, βιβλίο Α, Κεφάλαιο 26).
Υπάρχουν χώροι, θέματα, τρόποι που τον απασχολούν επίμονα τον Θ. Τριαρίδη και επανέρχονται στα κείμενά του –που σημαίνει ότι αν είχα διαβάσει το σύνολο του έργου του (περισσότερα από 30 βιβλία με αφηγήσεις και δοκίμια, γράφει το βιογραφικό του), ίσως να μπορούσα να ξεκλειδώσω τα μυστικά του  «La ultima noche ή Οι καρχαρίες» (2010) που παρουσιάζεται στο ΠΚ και του «Ηistoria de un amor ή Τα μυρμήγκια» που παίζεται στο Όλβιο. Αφήνομαι, λοιπόν, να με οδηγήσουν τα πολλά κοινά χαρακτηριστικά που έχουν τα δύο έργα. (Όπως κοινά χαρακτηριστικά συνδέουν και τα νεότερα, εν συνόλω  τέσσερα, έργα που έγραψε μέσα στο 2012!).
Η δομή των τίτλων είναι κοινή στα δύο πρώτα (και στα τέσσερα που ακολούθησαν), όλα είναι δίπρακτα, με δύο πρόσωπα (ένας άνδρας και μια γυναίκα -χωρίς να υπάρχει, ωστόσο, περιορισμός από το συγγραφέα ως προς το φύλο των ηθοποιών), ο δραματικός τόπος και χρόνος είναι ασαφής (π.χ. στους «Καρχαρίες» ήρωες και θεατές μεταφέρονται νοερώς από το καθιστικό του high culture μεσοαστικού, ζευγαριού, κάπου στη μέση του ωκεανού για τις ανάγκες μιας ψυχοθεραπευτικής παραστατικής πράξης,  και στα «Μυρμήγκια», σε μια παλιά εξοχική κατοικία στη μέση του πουθενά). Η ιδέα της θεατρικής διάστασης της πραγματικότητας έρχεται και επανέρχεται με διαφορετικούς τρόπους (και με την ‘τεχνική’ του θεάτρου εν θεάτρω).
Ακόμη και τα θέματα των δύο έργων συνδέονται μεταξύ τους ή αποτελούν επιπλέον πτυχές του ίδιου θέματος. Σ’ όλα διακρίνεται η διττή αγωνία: για το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης (που είναι μυστήριο ακριβώς επειδή ο άνθρωπος, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα είδη του ζωικού βασιλείου, έχει νόηση/ψυχή) και για τα όρια της γλωσσικής έκφρασης και επικοινωνίας.
Προφανώς δεν επιλέγει τυχαία τα πρόσωπα στα θεατρικά του να είναι ένας άνδρας και μία γυναίκα: ένα ζευγάρι, η απαρχή της δημιουργίας. Από κει ξεκινούν όλα. Που τελειώνουν; Σ’ ένα απόσπασμα από το «Μαλντορόρ» του Λωτρεαμόν ή καλύτερα στην «Μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι» του πολύ νεότερου Μπερνάρ Μαρί Κολτές, που νομίζω εκφράζει ιδανικά τη βασική ιδέα των δύο, πρώτων έργων του Τριαρίδη:
«Δοκιμάστε να με φτάσετε, δεν θα το καταφέρετε. Δοκιμάστε να με πληγώσετε: όταν το αίμα κυλήσει, ε λοιπόν, θα κυλήσει κι από τις δυο μεριές και, αναπόδραστα, το αίμα θα μας ενώσει, όπως δύο ινδιάνους, μπροστά στη φωτιά, που ανταλλάσσουν το αίμα τους ανάμεσα στα άγρια ζώα. Δεν υπάρχει αγάπη, δεν υπάρχει αγάπη. Όχι, τίποτε δεν θα μπορέσετε να φτάσετε που δεν το έχει φτάσει ήδη κάποιος, αφού ένας άνθρωπος πρώτα πεθαίνει, μετά ψάχνει να βρει το θάνατό του και τον συναντά εντέλει, κατά τύχη, πάνω στη τυχαία διαδρομή από ένα φως σ’ ένα άλλο φως, και λέει: ώστε αυτό ήταν όλο».
Αλλά ας δει ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας πώς περιορίζει το θέμα του ο Κολτές ή ο Δημήτρης Δημητριάδης (του οποίου η επίδραση στα έργα του Τριαρίδη είναι ευδιάκριτη) προκειμένου η δραματική οικονομία να μην αυτοκαταστραφεί από την ευγενή φιλοδοξία τους. Το ταλέντο και τα προσόντα υπάρχουν, το ζήτημα εντέλει είναι τι κάνεις μ’ αυτά.
Κατά τ’ άλλα, η παράσταση στο θέατρο Όλβιο των «Μυρμηγκιών» παρακολουθείται με ενδιαφέρον χάρη στις δυνατές ερμηνείες της Πέμυς Ζούνη και του Κώστα Φιλίππογλου, που αυτοσκηνοθετούνται. Νομίζω, ωστόσο, ότι ειδικά αυτό το έργο, με τις πολλές ψυχολογικές ανατροπές και την ελάχιστη δράση, είχε ανάγκη της σκηνοθεσίας από τρίτο πρόσωπο.
Πιο «ψυχαναγκαστικό», και χωρίς την δραματουργική οικονομία των «Μυρμηγκιών», οι «Καρχαρίες» επίσης υπηρετήθηκαν με πίστη και διαθεσιμότητα από την Μυρτώ Αλικάκη και τον Λεωνίδα Κακούρη. Κι εδώ, ωστόσο, η σκηνοθεσία (του Δημήτρη Γιαμλόγλου) δεν αντιμετώπισε επαρκώς στοιχεία του έργου που απαιτούν ειδική διαχείριση –κυρίως τους φωτισμούς. Θέατρο στο σχεδόν απόλυτο σκοτάδι δεν γίνεται. Οδηγώντας τη σκηνική πράξη στα όρια της «παραστασιμότητας» δεν κάνεις πρωτοπορία, ούτε προχωρείς την θεατρική τέχνη/αφήγηση. Απλώς δοκιμάζεις τις αντοχές του κοινού –και δεν είναι καιρός για δοκιμασίες τέτοιου τύπου.

Ματίνα Καλτάκη

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_slider Βυσσινόκηπος VS Απόψε αυτοσχεδιάζουμε: Ποιος κερδίζει στα σημεία; Χρόνο με το χρόνο είναι όλο και πιο δύσκολο να απολαύσουμε ένα κλασικό κείμενο όπως το έγραψε ο συγγραφέας του. Main_slider Συνεπιβάτες στο ταξίδι του Rio Grande Μία δροσερή σκηνοθετική προσπάθεια που, παρά τις αδυναμίες της, δρέπει καρπούς, αφήνοντας μία γλυκιά επίγευση. Main_b_25573_or_tspatroklos_skafidas-2614 Είδα: το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου Ένα πολύ ενδιαφέρον, αλλά και πολύ δύσκολο εγχείρημα, το οποίο, όμως, εκτροχιάστηκε λόγω των επαναλήψεων και της άσκοπης, συχνά, φλυαρίας. Main_proves_(015) Είδα: τον «Γυάλινο κόσμο» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά Ατμοσφαιρικό ανέβασμα που αναδεικνύει εύστοχα τις προθέσεις του συγγραφέα και απογειώνεται χάρη στην ερμηνεία του Χάρη Φραγκούλη. Main_%ce%a0%ce%bf%ce%b9%ce%bf%cf%82_%cf%83%ce%ba%ce%bf%cc%81%cf%84%cf%89%cf%83%ce%b5_%cf%84%ce%bf_%cf%83%ce%ba%cf%85%cc%81%ce%bb%ce%bf_%cf%84%ce%b1_%ce%bc%ce%b5%cf%83%ce%b1%cc%81%ce%bd%cf%85%cf%87%cf%84%ce%b11%c2%a9domnikimitropoulou Είδα: το «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου Μια ευαίσθητη παράσταση που «σήκωσε» στους ώμους του ο Γιάννης Νιάρρος. Main_%ce%a4%ce%9f_%ce%94%ce%95%ce%99%ce%a0%ce%9d%ce%9f Είδα: Το «Δείπνο» σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ Μια αποστασιοποιημένη θεατρική προσέγγιση του ομώνυμου μυθισορήματος του Χέρμαν Κοχ.
#load_content_with_ajax