Θέατρο | Είδα...

Είδα: τo «7 χρόνια» σε σκηνοθεσία Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου 08 Νοεμβρίου 2017

Καλοστημένο και καλοπαιγμένο δράμα αγωνίας πάνω σε σύγχρονα αδιέξοδα.

Η ιστορία θα μπορούσε να αναγνωστεί έως και επίκαιρη: Τέσσερις φίλοι και συνιδρυτές μιας εξαιρετικά επιτυχημένης εταιρίας νέων τεχνολογιών βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα όταν πληροφορούνται πως ο ΣΔΟΕ έχει εντοπίσει δεδομένα σοβαρής φοροδιαφυγής στις τάξεις τους και σκοπεύει να πραγματοποιήσει άμεσα έλεγχο. Προκειμένου να μην καταστραφούν όλοι και συμπαρασύρουν τους πολύχρονους κόπους της εταιρίας συλλαμβάνουν, από κοινού, την ιδέα να αναλάβει ένας την ευθύνη της απάτης – ο οποίος θα φυλακιστεί για επτά χρόνια. Στην προσπάθεια τους να βρουν γρήγορα μια λύση προσλαμβάνουν ένα διαμεσολαβητή και αρχίζει η, μεταξύ τους, μαραθώνια διαπραγμάτευση.
Βασισμένο στην ομώνυμη ισπανική ταινία «7 anos», το έργο που αποδίδει θεατρικά και σκηνοθετεί ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος συστήνεται ως εργασιακό δράμα αγωνίας – και δη με χαρακτηριστικά διαφθοράς που καθιστούν την ιστορία εκκωφαντικά αναγνωρίσιμη - αλλά τελικά είναι αρκετά περισσότερα από αυτό.

Ασφαλώς και η επιλογή των Ισπανών σεναριογράφων Χοσέ Καμπέσα και Κριστιάν Κόντι να εντάξουν την πλοκή σε αυτό το περιβάλλον μόνο τυχαία δεν είναι. Το εργασιακό πεδίο, στις μέρες μας, έχει αναχθεί σε κανονικό πεδίο μάχης. Η εργασία μοιάζει να είναι  ο καταλυτικότερος παράγοντας στον ορισμό (ίσως και στην αλλοτρίωση) της ταυτότητας και της ποιότητας ζωής του σύγχρονου ανθρώπου. Συνεπώς, σε επίπεδο δραματουργίας, η εργασιακή συνθήκη είναι μοιραίο να τροφοδοτήσει υψηλής έντασης συγκρούσεις. Ομως, η ιστορία τους δεν είναι παρά ένα κοινωνικό θρίλερ σχέσεων, μια αφήγηση που εστιάζει στην ακρότητα των ανθρωπίνων σχέσεων όταν, επί τάπητος, τίθεται το κρισιμότερο ζήτημα: Η επιβίωση. «Ολοι το ίδιο θέλουν», λέει ο ένας εκ των χαρακτήρων. «Η μόνη διαφορά είναι πως κάποιοι τα καταφέρνουν και κάποιοι άλλοι όχι».
Με τη δαμόκλειο σπάθη της φυλάκισης να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους, οι τέσσερις ήρωες των «7 χρόνων» ξεχνούν κάθε παράγοντα που μέχρι τώρα όριζε  τη σχέση τους – τη φιλία, το ήθος, τη συνύπαρξη, την πολιτισμένη συμπεριφορά – κι απελευθερώνουν τα ταπεινότερα τους ένστικτα εξαπολύοντας λυσσαλέες επιθέσεις ο ένας εναντίον του άλλου.
Από τη θέση του σκηνοθέτη, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος αναδεικνύει τις αρετές του πληθωρικού αυτού υλικού. Υιοθετεί ένα ταχύ κινηματογραφικό ρυθμό, προβοκάρει τις εντάσεις, κλιμακώνει τους χρόνους του σασπένς, σκιαγραφεί επαρκώς τους χαρακτήρες και το σημαντικότερο φωτίζει τα κεντρικότερα ερωτήματα του έργου: Ποιο είναι το πρόσωπο του δυτικού ανθρώπου όταν χάνει τα κεκτημένα του; Είναι το αγαθό της ελευθερίας και της καθαρής συνείδησης υψηλότερο από αυτό της εξουσίας; 
Τις προθέσεις του σκηνοθέτη ενισχύει και η ιδέα να τοποθετήσει τη δράση μέσα στην πλατεία του θεάτρου, πλάι και γύρω από τους θεατές, καθιστώντας τους, τρόπον τινά, συνενόχους της διαπραγμάτευσης και των αμείλικτων ερωτημάτων που αυτή θέτει. (Το εύρημα δεν μοιάζει να αποδίδει ωστόσο για τους θεατές στις πίσω σειρές, των οποίων τα καθίσματα θα έπρεπε να έχουν τοποθετηθεί σ' ένα βάθρο για να διευκολύνουν την ορατότητα). Την υποβλητική ατμόσφαιρα ενισχύουν οι φωτισμοί του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου, η προβολή οπτικού υλικού από τις οθόνες των υπολογιστών και ο ηχητικός σχεδιασμός του Σταύρου Γασπαράτου.
Η πρωταγωνιστική ομάδα της παράστασης ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις της σκηνοθεσίας με πρώτιστη αυτήν της ροής και της “κυκλοφορίας” της έντασης μεταξύ τους - απέναντι σε, ίδιου εύρους και κατανομής, ρόλους. Στις επί μέρους ερμηνείες, ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης συντηρεί μια ενδιαφέρουσα εσωτερική ένταση για να αποδώσει τον ενοχλητικό κυνισμό του διευθυντή της εταιρίας, Μαρσέλ, ο Ορφέας Αυγουστίδης επενδύει στην εκρηκτικότητα και την εξωστρέφεια του για το ρόλο του “αδύναμου” μεταξύ των συνεργατών, Λουίς, η Αλεξάνδρα Αϊδίνη  προτάσσει τη γυναικεία ευθραστότητα και μια αίσθηση απελπισμένης αμηχανίας στο ρόλο της οικονομικής διευθύντριας Βερόνικα, ο Γιώργος Χριστοδούλου  που υποδύεται το μοναχικό Κάρλος κινείται σε υψηλότερους τόνους απ' όλους φορτίζοντας τη σκηνική παρουσία του με άφθονες εκρήξεις. Και τέλος, ο Αλέξανδρος Λογοθέτης σαν συνεκτικός κρίκος της ομάδας δίνει μια μεστή, ψύχραιμη και στέρεη ερμηνεία στο ρόλο του διαμεσολαβητή. Μεταξύ τους έχει επιτευχθεί μια καλή χημεία, τιμώντας την αξία ενός θέατρο συνόλου.

Γιατί να το δω:
1. Για την εύρυθμη και ευανάγνωστη σκηνοθεσία.
2. Για τις δυναμικές ερμηνείες.
3. Για την ωραία ατμόσφαιρα της παράστασης.
Γιατί να μην το δω:
1. Οι πίσω θέσεις της πλατείας θα δυσκολευτούν να δουν την παράσταση.

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main__mg_1486 Είδα: τον «Ασχημο» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λάλου Συστάσεις για ένα ελάχιστα παιγμένο στην Ελλάδα κείμενο μέσα από μια απολαυστική και καλοστημένη προσπάθεια. Main_photo_1 Είδα: τον «Βαφτιστικό» σε σκηνοθεσία και διεύθυνση Γιώργου Πέτρου Μια σύγχρονη και απολύτως θεατρική σκηνοθεσία της γνωστής οπερέτας. Main_3bd04f9e-cb8c-444f-8089-8ba1172cc991 Είδα: τον «Ανθρωπο με το λουλούδι στο στόμα» σε συ-σκηνοθεσία Τ. Ιορδανίδη και Α. Λεμπεσόπουλου Μια παράσταση-ανεμοστρόβιλος, στην οποία παρασύρεται ο θεατής για να μείνει, εν τέλει, ενεός από τη δύναμη της υποκριτικής δεινότητας του Α. Λεμπεσόπουλου. Main_image0153 Είδα: τα «Πουλιά στον αέρα» σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη Εντιμη, σε γενικές γραμμές, προσπάθεια πάνω σε μια ξεθωριασμένη, από το χρόνο, κωμωδία. Main_%ce%a7%ce%b1%ce%bd%cf%82_%ce%9a%cf%8c%ce%bb%cf%87%ce%b1%ce%b1%cf%82_3 Είδα: το «Χανς Κόλχαας» σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ Πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθετική προσέγγιση που καταφέρνει να παρουσιάσει το οδοιπορικό του ομώνυμου ήρωα. Main_unnamed_(2) Είδα: τo «Να ντύσουμε τους γυμνούς» σε σκηνοθεσία Γιάννου Περλέγκα Ασυνήθιστη, αν και τεκμηριωμένη ανάγνωση στον Πιραντέλο που ωστόσο πέφτει σε αντιφάσεις.
#load_content_with_ajax