Θέατρο | Είδα...

Είδα: τον «Γλάρο» σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά 29 Νοεμβρίου 2017

Ενδιαφέρουσα ανάγνωση του τσεχωφικού αριστουργήματος με καλές ερμηνείες υψηλού επιπέδου αλλά και σοβαρό έλλειμμα εσωτερικότητας.

Ο Γιάννης Χουβαρδάς δεν παρεκκλίνει από το να δημιουργεί κόσμους ακριβείας. Οι σκηνοθεσίες του συνομιλούν με την έννοια της “κατασκευής” και κατά συνέπεια το υλικό του πειθαρχεί στο πλαίσιο  αυτής. Στην περίπτωση του «Γλάρου», της τρίτης του ενασχόλησης με τον Αντόν Τσέχωφ, αυτό γίνεται σαφές από την πρώτη σκηνή. Επικουρούμενος από τη δραματουργική τοποθέτηση που συνοψίζεται περίπου στην τσεχωφική φράση «ναι, αλλά χωρίς θέατρο γίνεται; Δεν γίνεται!» εγκαθιστά τη σκηνοθεσία του εκεί που από καιρό ανήκει: Στο θέατρο, στα σπλάχνα του.

Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά – ως αρχιτεκτονικό κόσμημα - λειτουργεί σαν φυσικό σκηνικό και συνάμα σαν δραματουργικό κέντρο της παράστασης του όπου η ομολογία του «θέατρο εν θεάτρω» είναι απαραίτητη προϋπόθεση όχι μόνο για την τέλεση της παράστασης αλλά και για την παρακολούθηση της. Υπάρχει μια αφετηριακή συνενοχή εδώ: Βλέπουμε τους ηθοποιούς να παίζουν τον «Γλάρο», οι ήρωες του οποίου είναι  ηθοποιοί και γενικότερα άνθρωποι του θεάτρου. Ολα συμβαίνουν κάτω από τον πολυπρισματικό αυτό φακό.

Τα όρια της τέχνης που υποδύεται τη ζωή και της ζωής που παράγει τέχνη είναι δυσδιάκριτα. Και οι καλλιτεχνικές αγωνίες του Τσέχωφ για «ένα θέατρο σε απόλυτη σύγχυση» αντανακλούν αυτόματα την υπαρξιακή αγωνία, την υπαρξιακή σύγχυση. Ετσι, το σκηνικό εύρημα (με την υπογραφή της Εύας Μανιδάκη) της πλαστικής μεμβράνης που συμβολίζει τη λίμνη όπου γύρω της διαδραματίζεται η πλοκή δεν περιορίζεται μόνο στο προφανές αλλά έχει και μια περαιτέρω σημειολογία: Είναι αντικατοπτρισμός, ίσως και μια διάφανη αυλαία που επιτρέπει στη ζωή να κρυφοκοιτάζει το θέατρο και τούμπαλιν.

Η ερμηνευτική γραμμή παρακολουθεί αυτή την αμφισημία. Ο σκηνοθέτης φαίνεται να ζητά από τους ερμηνευτές να ισορροπήσουν ανάμεσα στα θεατρινίστικα, γκροτέσκα ενίοτε, καμώματα και στο ρεαλισμό του Τσέχωφ. Να μπαίνουν και να βγαίνουν στη ζωή, με την ίδια συχνότητα που μπαίνουν και βγαίνουν στη σκηνή. Για μια ομάδα άξιων πρωταγωνιστών και συνάμα συνεκτική – οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν συνυπάρξει ξανά και ξανά στη σκηνή – αυτή η πρόκληση δείχνει να μοιάζει “εύκολη” ενώ δεν είναι. Από το σύνολο ξεχωρίζει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη – που επικρατεί ως γνήσια ντίβα εντός κι εκτός έργου – και ο Νίκος Κουρής που δίνει ένα πυρετικό πορτρέτο του φέρελπι Τρέπλιεφ· του ήρωα που επιβεβαιώνει πως η πραγματική ματαίωση έρχεται μόνο όταν ροκανίζεται η ελπίδα στην καθημερινότητα κι όχι εξαιτίας των μεγάλων, χαμένων ονείρων.
Μα και ο υπόλοιπος θίασος ανταποκρίνεται στην συγγραφική προσταγή των ανθρώπων που πλήττουν φιλοσοφώντας, που τους έχει «αρπάξει η δίνη της ζωής»: Ο Ακύλλας Καραζήσης (τσεχωφικά βαθύς), ο Νίκος Χατζόπουλος (καρατερίστας από τους λίγους), η Αλκηστις Πουλοπούλου (αποδοτικότερη μέσα στην αθωότητα της Νίνα παρά στην απελπισία της), ο Δημήτρης Ημελλος (ερμηνεύει σχεδόν με μπεκετική στωϊκότητα), η Αννα Καλαϊτζίδου (εκρηκτική μέσα στον κυνισμό της), η Σύρμω Κεκέ (στην πιο γκροτέσκα εκδοχή της κωμωδίας του Τσέχωφ), ο Δημήτρης Μπίτος (ιδανικός να ενσωματώνει τα ψυχικά τοπία των ηρώων του) και ο Δημήτρης Παπανικολάου (στην πιο σύντομη μα και τραγικότερη ερμηνεία του έργου).

Η εμφάνιση τους μετά τη χρονική μετατόπιση του έργου στο μέλλον ως τσίρκο αλλόκοτων πλασμάτων (κοστούμια Ιωάννα Τσάμη) μπορεί να διαβαστεί ως συνήθης μεταμοντερνική (γερμανικού τύπου) αισθητική παραίνεση· μπορεί πάλι να παραπέμψει στο αλαλούμ μεταμφιέσεων στο οποίο υποβάλλει καθένας τον εαυτό του για να αντέξει τη ζωή.
Τι μπορεί, λοιπόν, να λείπει στ' αλήθεια από μια κατασκευή σαν αυτή; Το πέταγμα. Ο «Γλάρος» του Γιάννη Χουβαρδά κάνει χαμηλότερες πτήσεις από αυτές που, δυνητικά, θα μπορούσε γιατί η ακρίβεια του πλαισίου χειραγωγεί την ποίηση. Δευτερεύουσας σημασίας τα προβλήματα στην ακουστική – όταν ο λόγος διατυπώνεται πίσω από το πλαστικό σκηνικό παραπέτασμα – και τα συχνά τρεχαλητά των πρωταγωνιστών που προκαλούν αποπροσανατολισμό κι ένα περιττό “θόρυβο” στη σκηνική δράση. Αν, ωστόσο, η εγκεφαλικότητα δεν είχε ψαλιδίσει το ποιητικό περιβάλλον θα μιλούσαμε για μια, ακόμα, σημαντική παράσταση του σκηνοθέτη.

 
Γιατί να το δω:
-Για τις ερμηνείες υψηλού επιπέδου.
-Για το concept της παράστασης.
-Για την ευφάνταστη σκηνική ιδέα.

Γιατί να μην το δω:
-Γιατί η παράσταση δεν «απογειώνεται» ποτέ ποιητικά.

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main__mg_1486 Είδα: τον «Ασχημο» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λάλου Συστάσεις για ένα ελάχιστα παιγμένο στην Ελλάδα κείμενο μέσα από μια απολαυστική και καλοστημένη προσπάθεια. Main_photo_1 Είδα: τον «Βαφτιστικό» σε σκηνοθεσία και διεύθυνση Γιώργου Πέτρου Μια σύγχρονη και απολύτως θεατρική σκηνοθεσία της γνωστής οπερέτας. Main_3bd04f9e-cb8c-444f-8089-8ba1172cc991 Είδα: τον «Ανθρωπο με το λουλούδι στο στόμα» σε συ-σκηνοθεσία Τ. Ιορδανίδη και Α. Λεμπεσόπουλου Μια παράσταση-ανεμοστρόβιλος, στην οποία παρασύρεται ο θεατής για να μείνει, εν τέλει, ενεός από τη δύναμη της υποκριτικής δεινότητας του Α. Λεμπεσόπουλου. Main_image0153 Είδα: τα «Πουλιά στον αέρα» σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη Εντιμη, σε γενικές γραμμές, προσπάθεια πάνω σε μια ξεθωριασμένη, από το χρόνο, κωμωδία. Main_%ce%a7%ce%b1%ce%bd%cf%82_%ce%9a%cf%8c%ce%bb%cf%87%ce%b1%ce%b1%cf%82_3 Είδα: το «Χανς Κόλχαας» σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ Πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθετική προσέγγιση που καταφέρνει να παρουσιάσει το οδοιπορικό του ομώνυμου ήρωα. Main_unnamed_(2) Είδα: τo «Να ντύσουμε τους γυμνούς» σε σκηνοθεσία Γιάννου Περλέγκα Ασυνήθιστη, αν και τεκμηριωμένη ανάγνωση στον Πιραντέλο που ωστόσο πέφτει σε αντιφάσεις.
#load_content_with_ajax