ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 18 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2019
Θέατρο | Είδα...

Είδα: τον «Αρίστο» σε σκηνοθεσία Γιώργου Παπαγεωργίου 16 Φεβρουαρίου 2019

Χειμαρρώδεις και υποβλητικές εξομολογήσεις συνθέτουν το προφίλ ενός φερόμενου δολοφόνου.

Πριν 50 χρόνια στη Θεσσαλονίκη δρούσε ένας εγκληματίας, ο οποίος βίαζε και σκότωνε νεαρά ζευγάρια σε ένα δάσος πάνω από την πόλη  το οποίο λέγεται μέχρι και σήμερα Σέιχ Σου. Ονομάστηκε Σέιχ Σου, επειδή εκεί ήταν οι βρύσες του Σεϊχη. Τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων  της εποχής χαρακτήρισαν αυτόν τον κατά συρροή δολοφόνο, δράκο του Σέιχ Σου. Χαρακτηριστικά η εφημερίδα Μακεδονία στις 10 Μαρτίου του 1959 γράφει: «Ανώμαλος επιτίθεται σε ζευγάρια, σπάζει τα κεφάλια τους με πέτρες, και βιάζει τις μισοπεθαμένες γυναίκες. Σαδιστής, νεκρόφιλος και φονολάγνος».

Κάπως έτσι συστήνεται στο κοινό ο Αρίστος, κατά κόσμον Αριστείδης Παγκρατίδης, φερόμενος και ως Δράκος του Σέιχ Σου. Μία από τις πιο σκοτεινές δικαστικές υποθέσεις που γνώρισε η χώρα, σε μια εποχή που κουβαλούσε έντονα τα μετεμφυλιακά της τραύματα και μ' ένα παρακράτος σε «δυναμική» έξαρση, καθώς το γεγονός συνέπεσε χρονικά με τη δολοφονία του Λαμπράκη. Μία σκοτεινή ιστορία με μαύρες τρύπες που ακόμη και σήμερα διατηρεί μια μυστηριώδη γοητεία που αναδύεται διαρκώς στην επιφάνεια με βιβλία, ντοκιμαντέρ, ταινίες και θεατρικές παραστάσεις.

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου γοητεύτηκε από ένα υλικό προσωπικής αισθητηριακής μνήμης και από ιστορικά ντοκουμέντα που - όπως ο ίδιος ομολογεί- τον «στοίχειωσαν» τα τελευταία έξι χρόνια ως Θεσσαλονικιό. Έτσι, με όχημα το βραβευμένο με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (2011) βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη «Ο Γύρος του Θανάτου», έστησε αριστοτεχνικά μια παράσταση και κατάφερε να αποτυπώσει σ΄αυτήν τα χνάρια μιας δραματικής εποχής επαναδιατυπώνοντας, ισορροπημένα και εύστοχα, απτά, αλλά και αναπάντητα ερωτήματα.

Η παράσταση ξεκινάει με τους ηθοποιούς να συνομιλούν σε πρώτο πρόσωπο και άμεση γλώσσα με τους θεατές, αλλά και μεταξύ τους, σχετικά με την ιστορία του “Δράκου”, τοποθετώντας χωροχρονικά τα γεγονότα στη θέση τους και αναγιγνώσκοντας τα πρακτικά της δίκης του. Η ιδιαιτερότητα της σκηνοθετικής ματιάς του Παπαγεωργίου - και εκεί που κερδίζει ολοκληρωτικά το δύσκολο στοίχημα που έθεσε επιλέγοντας να φέρει στη σκηνή την ιστορία αυτή- είναι πως την υπόθεση Παγκρατίδη δεν την εξετάζει ούτε από πολιτική ούτε από δικανική σκοπιά. Την αντιμετωπίζει καθαρά ανθρωποκεντρικά, «αγκαλιάζει» τους ήρωές του στοργικά και προσπαθεί μέσα από τις χειμαρρώδεις και υποβλητικές εξομολογήσεις τους να ανασυνθέσει το προφίλ ενός φερόμενου δολοφόνου, ενός δολοφόνου που γεννήθηκε στα προσφυγικά μέσα στη φτώχεια, που πέρασε από αναμορφωτήρια, που πουλούσε το κορμί του για ένα κομμάτι ψωμί, που δεν άντεχε στη θέα του αίματος… Την ίδια στιγμή ανασυστήνει τη σκοτεινή ατμόσφαιρα, έτσι όπως είχε διαμορφωθεί στη Θεσσαλονίκη μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, μιας εποχής που τα «παρακρατικά» της σπέρματα επικράτησαν και -δυστυχώς-  οι «απόγονοί» τους ταλανίζουν μέχρι και σήμερα τον κοινωνικοπολιτικό ιστό επιδεικνύοντας με την πρώτη ευκαιρία τα δόντια τους. 

Η παράσταση ευτύχησε στη διανομή της. Η Ελένη Ουζουνίδου, ο Μιχάλης Οικονόμου και ο Γιώργος Χριστοδούλου έμπαιναν και έβγαιναν στους πολλαπλούς τους ρόλους σαν υποκριτικοί χαμαιλέοντες δίνοντας σάρκα και οστά στα πρόσωπα που συνδέονταν με τον Παγκρατίδη. Στον φίλο από την Τούμπα, την παραδουλεύτρα γειτόνισσα της μάνας του, τον αχθοφόρο του λιμανιού, τον δωσίλογο περιπτερά, τον χωροφύλακα δημοκρατικών φρονημάτων, τον συντηρητικό αστό της παραλίας, το αφεντικό του σε ένα λαϊκό πανηγύρι, την τραβεστί Λολό και μία λαϊκή τραγουδίστρια, τους δύο έρωτές του. Ξεχωρίσαμε ιδιαίτερα τον Γιώργο Χριστοδούλου, ο οποίος μας χάρισε δύο από τις καλύτερες στιγμές της παράστασης: στο ερμηνευτικό του κρεσέντο ως παρακρατικός περιπτεράς που κάνει μαύρο στο ξύλο τον πεινασμένο Αρίστο, αλλά και στην τελευταία σκηνή ως Αρίστος, λίγο πριν η θανατική του καταδίκη εκτελεστεί, λίγο πριν ψελλίσει το  «Μανούλα μου, είμαι αθώος».

Γιατί να δω την παράσταση:
-Για την σκηνοθετική οπτική του Γιώργου Παπαγεωργίου που καταφέρνει να αναπαραστήσει με απόλυτη ακρίβεια μια μαύρη - για την ελληνική ιστορία- εποχή που τόσο πολύ μοιάζει με τη δική μας.
-Για την ερμηνευτική «γροθιά» των τριών πρωταγωνιστών της.

Γιατί να μην τη δω
Λόγος ουδείς

Γεωργία Οικονόμου

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_ilektra_orestis_ivo_van_hove2_jan_versweyveld Είδα: την παράσταση «Ηλέκτρα/Ορέστης» σε σκηνοθεσία Ίβο Βαν Χόβε Ωμός, άκρατα ρεαλιστικός, ευριπίδειος λόγος σε μία παράσταση που μας έκοψε την ανάσα. Main_unnamed Είδα: την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού Μια παράσταση που ο λόγος της ακούγεται στο ακέραιο, ενώ πετυχαίνει παράλληλα να επικοινωνήσει πλήρη τα νοήματα του Ευριπίδειου κειμένου. Main_dikomascinema9_7182 Είδα: το «Δικό μας Σινεμά» σε σκηνοθεσία Θ. Παπαθανασίου - Μ. Ρέππα - Φ. Ευαγγελινού Μία χορταστική αναδρομή στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο ή αλλιώς στο «Δικό μας Σινεμά». Main_2.dominique-sebastien.credit.michelelaurent Είδα: το «Kanata» σε σκηνοθεσία του Ρομπέρ Λεπάζ Η παράσταση του Robert Lepage αποτελεί ιδιαίτερη εμπειρία για τον θεατή της φωτίζοντας τον εικαστικό και σημειολογικό κόσμο του θεάτρου και του κινηματογράφου μέσα από τη ζοφερή ανθρώπινη πραγματικότητα. Main_press_photo_mpost_small_18437_ Είδα: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» την εποχή των social media Η παράσταση αυτή όμως, με τα θετικά και τα αρνητικά της σημεία, με έκανε να αναρωτηθώ για ποιο λόγο δεν επιλέγονται πλέον οι επιθεωρήσεις. Ίσως ήρθε η ώρα το τόσο δύσκολο και απαιτητικό αυτό θεατρικό είδος να κάνει και πάλι την εμφάνισή του. Main_original_703_(4) Είδα: τις «Αυτόχειρες Παρθένους» σε σκηνοθεσία Susanne Kennedy Αν κάποιος δε γνώριζε ήδη την ιστορία, θα πρέπει να δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να καταλάβει τι συνέβαινε επί σκηνής. Αλλά η σκηνοθεσία δε λειτούργησε ούτε σε επίπεδο σκηνικής performance, καθώς απομονώθηκε στα σκηνικά δρώμενα και στην, ομολογουμένως θεαματική, χρήση της multimedia τεχνολογίας.
#load_content_with_ajax